ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ 2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

i.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η "ιστορική, εντός των τειχών, πόλη της Κέρκυρας" κτισμένη στο ΒΑ άκρο χερσονήσου στο μέσο της ανατολικής ακτής του νησιού, μεταξύ δύο Φρουρίων, περιορισμένη από γη και θάλασσα και επομένως αναγκασμένη να αναπτυχθεί  σε ύψος, αποτελεί μέρος της συνολικής εικόνας της σημερινής πόλης, που έχει αναπτυχθεί στα νότια και δυτικά της.

 

Το γενικό σχήμα της περιοχής είναι μάλλον ακανόνιστο, συμπιεσμένο ανάμεσα στα δύο Φρούρια. Είναι μια έκταση 295 στρεμμάτων, τριγωνικής περίπου μορφής, με κορυφή το Νέο Φρούριο, βάση το παραθαλάσσιο όριο με το Παληό Φρούριο (με μήκος πλευράς περίπου 800 μ.), και με πλευρές την ανώμαλη παραλιακή γραμμή του βορρά (650 μ. περίπου) και τη δυτική περιτείχιση της ξηράς (850 μ. περίπου). Τα δυτικά όρια της παληάς πόλης διακρίνονται εύκολα, γιατί ορίζονται από δύο ψηλές μάζες τειχών, σε επαφή με τον περιμετρικό δρόμο, που προέκυψε στην θέση της παλαιάς περιτείχισης. Όποιος περιτρέξει το βλέμμα από τη θάλασσα πάνω στη μικρή της επιφάνεια βλέπει την πόλη να παρουσιάζεται αμφιθεατρικά, σχηματίζοντας μια πυκνή μάζα σπιτιών συσφιγμένη ανάμεσα στα δύο Φρούρια (συνοδευτικό τεύχος, πινακίδες 1,2).

 

Πρόκειται πραγματικά για μια αρχιτεκτονική μάζας, με ποικίλα όμως στοιχεία.

 

Τα επιβλητικά αρχοντικά πλάι στην ανώνυμη και άχρονη αρχιτεκτονική, οι γοητευτικές εκκλησίες με τα καμπαναριά τους, τα αυστηρά επίσημα κτίρια, όπως και τα μεταγενέστερα νεοκλασικά κτίρια, φυσικοί ακόλουθοι των προηγουμένων μορφών, όλα κάτω από την κυρίαρχη παρουσία των Φρουρίων, συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της πόλης. Η μόνιμη ενότητα που δυσχεραίνει κάθε περιγραφή για ένα μόνο στοιχείο. Το να ξεχωρίσουμε τα στοιχεία από το σύνολο, τους αφαιρεί αυτό που πραγματικά τα αξιοποιεί, δηλαδή το προσόν να διαμορφώνουν μία συνέχεια και μία ενότητα.

 

Πιο κάτω, για τις ανάγκες οργάνωσης της περιγραφής, θα αποπειραθούμε ακριβώς αυτόν τον διαχωρισμό.

 

 

 

¨        Π Α Λ Α Ι Ο    Φ Ρ Ο Υ Ρ Ι Ο

 

 

Χαρακτηριστικό στοιχείο στην σύνθεση της εικόνας της πόλης αποτελεί η δίκορφη βραχώδης απόληξη της ανατολικής πλευράς, που ως "νήσος εν τη νήσω", ελέγχει περισκοπικά το θαλάσσιο πέρασμα. Διακρίνονται ανέπαφες οι επιβλητικές βενετικές οχυρώσεις, που συγκρατούν σε τρία διαμορφωμένα επίπεδα τα μεταγενέστερα, λιτά και ογκώδη κτίρια της αγγλικής περιόδου  (συνοδευτικό τεύχος, πινακίδα 3).

 

Η επικοινωνία με την πόλη γίνεται μέσω σιδερένιας γέφυρας μήκους 60 μ., σε αντικατάσταση της παλαιάς κινητής πάνω από θαλάσσια τάφρο (contra-fossa), στον άξονα συμμετρίας της δυτικής όψης, ανάμεσα από τους προμαχώνες Martinengo (αριστερά) και Savorgnan (δεξιά). Το συγκρότημα της εισόδου αποτελείται από ένα κεντρικό θολωτό διάδρομο διακινήσεως και δύο, επίσης θολωτές, αίθουσες στις δύο πλευρές του, ενώ το μοναδικό τοξωτό άνοιγμα εισόδου, που μορφώνεται εξωτερικά με μνημειακή σύνθεση, διατηρεί ακόμη την παλαιά ξύλινη καρφωτή πόρτα, όπως και τις σχισμές που περνούσαν οι αλυσίδες για την ανάρτηση της κινητής γέφυρας.

 

Παράλληλα με το εξωτερικό υδάτινο κανάλι, υπάρχει στην συνέχεια ξηρά τάφρος πλάτους 22μ., η οποία  γεφυρώνεται με λίθινη τοξωτή γέφυρα (1603), απ΄ όπου ξεκινάει το τοίχωμα του κυρίως Φρουρίου. Στην θέση αυτή σήμερα βρίσκεται ένα επίμηκες επιβλητικό κτίσμα με ορατή πλινθοδομή, της αγγλικής περιόδου και η πρόσβαση στους υπόλοιπους χώρους γίνεται δια μέσου τριών θολωτών διαδρόμων, που διαμορφώνονται στην βάση του κτίσματος.  Κάθετα στο πέρασμα υπάρχει ο τοίχος αντιστήριξης του ψηλότερου επιπέδου, όπου στις διαμορφωμένες επάλληλες θολωτές κόγχες του συγκεντρώνονται οικόσημα επιφανών ανδρών της Βενετικής Πολιτείας. Δύο συμμετρικές ως προς το πέρασμα λίθινες σκάλες οδηγούν στο ψηλότερο επίπεδο, ενώ δεξιά διαμορφώνεται ο ανοικτός χώρος της Βερσιάδας, με τον δωρικού ρυθμού Ιερό Ναό του Αγ. Γεωργίου στο βάθος.

 

Στην αριστερή πλευρά, μέσω κεκλιμένης στοάς οργανώνεται η πρόσβαση της ξηράς τάφρου, ενώ επιφανειακά, μέσω συνεχόμενων πλατωμάτων, μικρών κεκλιμένων επιπέδων και θολωτής στοάς  οδηγείται ο επισκέπτης σε μικρή πύλη των περιμετρικών τειχών, προς το λιμάνι του Μανδρακίου, όπου σήμερα ελλιμενίζονται ιστιοπλοϊκά σκάφη. Από το σημείο αυτό, ξεκινά υπόγεια διάβαση που οδηγεί στο οχυρωμένο ακρωτήριο Καβοσίδερο.

 

To ψηλότερο διαμορφωμένο επίπεδο της ακρόπολης περιλαμβάνει τις δύο οχυρωμένες κορυφές, τον Πύργο της Ξηράς και τον Πύργο της Θάλασσας, και τον μεταξύ τους χώρο, την Cittadella. Εκεί σώζεται το κτίριο των Ενετικών Φυλακών, που έχει δεχθεί προσθήκη ορόφου από τους ΄Αγγλους, όπως και ένα μεγάλο κτίριο στρατώνων της περιόδου της Βρεταννικής προστασίας, με πολύ ενδιαφέρουσα διαμόρφωση δώματος. Από εκεί, ένας στενός ανηφορικός δρόμος, περιβάλλοντας τον βράχο, καταλήγει στην είσοδο μιας κλιμακωτής στοάς, (άλλοτε μυστικής), και εξασφαλίζει την πρόσβαση στην κορυφή του βράχου, αποκαλύπτοντας θαυμάσιες οπτικές τόσο της πόλης όσο και του ίδιου του Φρουρίου.

 

Όλοι οι χώροι του Φρουρίου είναι σήμερα επισκέψιμοι (εκτός του εσωτερικού των δύο προμαχώνων της εισόδου), συνθέτοντας μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιήγηση σε ανοικτούς και στεγασμένους χώρους διαφόρων περιόδων κατασκευής, μέσω στενών στοών και περασμάτων, αποκαλύπτοντας όλο το μεγαλείο των περασμένων εποχών. Τα ανάγλυφα βενετικά εμβλήματα, με τους μαρμάρινους φτερωτούς λέοντες του           Αγ. Μάρκου, οι ποικίλες επιγραφές, τα οικόσημα, όπως και τα διάσπαρτα κανόνια συντελούν πολύ στην διαμόρφωση της γενικής εικόνας.

 

Το Παλαιό Φρούριο σήμερα στεγάζει τα Αρχεία του Νομού Κέρκυρας, την Δημόσια Βιβλιοθήκη, Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, σχολές του Ιονίου Πανεπιστημίου, αίθουσες εκθέσεων και εκδηλώσεων και γενικότερα λειτουργεί ως ανοικτός μνημειακός χώρος. Στους ελεύθερους χώρους του (Βερσιάδα) πραγματοποιούνται μουσικές εκδηλώσεις, ενώ λειτουργούν επίσης αναψυκτήριο, πωλητήριο ειδών πολιτιστικού ενδιαφέροντος και εστιατόριο στο Μανδράκι.

 

 

 

 

 

¨        Ν Ε Ο   Φ Ρ Ο Υ Ρ Ι Ο

 

Οι επιβλητικές οχυρώσεις του Νέου Φρουρίου δεσπόζουν στην βορειοδυτική πλευρά της Παληάς Πόλης, στο ύψωμα του Αγ. Μάρκου, πάνω από το Παλαιό Λιμάνι, κλείνοντας την εικόνα της πόλης προς τα δυτικά (συνοδευτικό τεύχος, πινακίδα 4).

 

Παρά το ότι είναι μικρότερο σε μέγεθος από το Παλαιό Φρούριο καταφέρνει έναν ισότιμο διάλογο μαζί του, αφού οι αδροί λίθινοι όγκοι του, που προβάλλονται πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ισορροπούν την περισσότερο πολύπλοκη μορφή του Παλαιού Φρουρίου στην άλλη άκρη της εικόνας. Η θέση του επί του περιφερειακού κυκλοφοριακού δακτυλίου της παληάς πόλης καλύπτει ικανοποιητικά την οδική προσπελασιμότητα του Μνημείου. Η πρόσβαση των επισκεπτών υλοποιείται σήμερα πεζοδρομικά μέσω τριών διαφορετικών κατευθύνσεων, που συγκλίνουν σε θέση, που δεν ταυτίζεται με καμία από τις παλαιές εισόδους. Κεντρική είσοδος του Νέου Φρουρίου  στα χρόνια της λειτουργίας του ως οχυρωματικό έργο ήταν η μνημειώδης πύλη του Λιμανιού (αντίστοιχης μορφολογικής οργάνωσης με την Porta Nuova και την Porta Palio στην Βερόνα, έργα του  M. Sanmicheli) και δευτερεύουσα, η κομψή πύλη της Πόλης, οι οποίες διατηρούνται ακέραιες έως σήμερα.

 

Το Νέο Φρούριο οργανώνεται σε δύο επίπεδα, το χαμηλό και το υψηλό. Στο χαμηλό επίπεδο, που περιλαμβάνει έναν πενταγωνικό προμαχώνα, ένα επιπρομαχώνα και το μικρό οχυρό της "Punta Perpetua", βρίσκεται τριώροφο επιβλητικό κτίσμα με ορατή πλινθοδομή του 19ου αι., που χρησιμοποιείται σήμερα ως Ναυτική βάση. Το υψηλό επίπεδο οχύρωσης μορφώνεται με δύο προμαχώνες στα δυτικά που ονομάζονται των "Επτά Ανέμων" και συγκρατούν ένα τριώροφο λιθόκτιστο κτίσμα της περιόδου της Βρεττανικής προστασίας (1854), που λόγω του μεγέθους του και της επιβλητικής του δομής, ολοκληρώνει την σύνθεση των όγκων του Φρουρίου με ιδιαίτερο τρόπο. Το σημαντικό αυτό κτίριο με το θαυμάσιο εσωτερικό, σήμερα στεγάζει εκθεσιακούς χώρους και δημοτικό αναψυκτήριο.

 

Στο εσωτερικό των προμαχώνων και των οχυρών, σε όλη σχεδόν την έκταση του Φρουρίου, υπάρχει ένα πλούσιο δίκτυο υπόγειων στοών, η ανάδειξη του οποίου αποτελεί σταθερή τοπική επιλογή τα τελευταία χρόνια. Η ολοκλήρωση του έργου ανάδειξης των υπόγειων στοών του Νέου Φρουρίου και του συνόλου των ποκίλλων πολιτιστικών αξιών που περιέχονται, θα επιτρέψει την προβολή του συνολικού ύφους του οχυρωματικού αυτού έργου.Στον επισκέπτη παρέχεται σήμερα η δυνατότητα ευχάριστης περιήγησης, μέσα από στοές και περάσματα, σε όλους τους χώρους του Φρουρίου (εκτός τμημάτων των υπόγειων στοών), ενώ συγχρόνως αποκαλύπτονται θαυμάσιες οπτικές της πέμπτης όψης της πόλης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

¨        Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο    Κ Ε Ν Τ Ρ Ο

 

 

 

 

*      Οικιστική Δομή - Πολεοδομική Μορφολογία

 

Ο δομημένος χώρος της Παληάς Πόλης χωρίζεται σε τρεις μεγάλους τομείς, που παρακολουθώντας την γεωμορφολογία του εδάφους, προσδιορίζονται από τα τρία υψώματα (λόφους Καμπιέλλο, Αγ. Πατέρων,           Αγ. Αθανασίου). Οι τρεις τομείς υποδιαιρούνται σε δέκα επιμέρους ενότητες, που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη εσωτερική οργάνωση και πολεοδομική μορφολογία.

 

 

 

Η πυκνότητα των τριών βασικών τομέων εμφανίζει διαφορές. Ο Β.Δ. λόφος, το Καμπιέλο, είναι ο πιο πυκνοκατοικημένος, ενώ σαφώς αραιότερη εμφανίζεται η δόμηση στα δύο άκρα της πόλης, στην νότια πλευρά και κοντά στο Ν. Φρούριο. Κάθε επιμέρους ενότητα (συνοικία) χαρακτηρίζεται από την πλατεία, που αποτελεί το κέντρο της και τον μοναδικό βασικά πνεύμονα, με την εκκλησία και το ψηλό καμπαναριό, στην οποία συνήθως οφείλει και το όνομά της.

 

Το οικιστικό πλέγμα παρουσιάζεται διαφοροποιημένο, στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί αυστηρή γραμμική επανάληψη επίμηκων οικοδομικών τετραγώνων, με κατεύθυνση τον άξονα Ανατολής-Δύσης (και αυτό συμβαίνει κυρίως στα περιφερειακά μέτωπα), ενώ στις περιοχές των εσωτερικών λόφων, όπου πιθανότατα και οι παλαιότεροι οικιστικοί πυρήνες, εμφανίζεται ακανόνιστο, αποσπασματικό, με ένα δαιδαλώδες οδικό δίκτυο, γεμάτο σημεία πολλαπλής επιλογής πορείας (πλατώματα, δίστρατα, τρίστρατα).

 

 

 

*  Το σύστημα των δρόμων

 

Οι δύο βασικοί δρόμοι διαμορφωμένοι στα χαμηλότερα σημεία, τις μισγάγγειες των τριών λόφων, έχουν διεύθυνση στον άξονα Ανατολής - Δύσης (Παλαιό Φρούριο προς Πόρτα Ρεάλε = κύρια πύλη της περιτείχισης προς το εσωτερικό του νησιού και Παλαιό Φρούριο προς Πύλη Σπηλιάς = λιμάνι) σχεδιασμένοι με σαφήνεια, αυστηρότητα και απλότητα. Ένας άλλος βασικός δρόμος, κάθετος στους προηγούμενους, μαζί με τον περιφερειακό, στα όρια της περιτείχισης, οργανώνουν το βασικό οδικό δίκτυο, σχετιζόμενοι άμεσα με τις 4 πύλες της άλλοτε περιτειχισμένης πόλης.

 

Το λιτό και αυστηρό δίκτυο των βασικών δρόμων συμπληρώνεται με ένα πυκνότατο και πολύπλοκο σύστημα δευτερευόντων δρόμων (καντούνια), πλάτους κυμαινόμενου από 1 έως 3 μέτρα, με μία αυθόρμητη και ελαστική διάταξη. Ακολουθώντας την μορφολογία του εδάφους γίνονται συχνά ανηφορικοί, με σκάλες, ράμπες, θολωτά περάσματα, ποτέ σχεδόν ευθύγραμμοι, με επάλληλα μικρά πλατώματα, γοητεύουν με την ποικιλία τους, συνθέτοντας ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του ιστορικού κέντρου. Εξ΄ ίσου μεγάλο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κεντρικοί δρόμοι. Ο τρόπος χάραξής τους, οι μεταβαλλόμενες αναλογίες του πλάτους τους και του ύψους των κτιρίων που τους πλαισιώνουν και κυρίως οι στοές και οι τοξοστοιχίες, με την ποικιλία των ανοιγμάτων και των υψών, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα αρμονικό σύνολο, καθόλου μονότονο και σαφώς λειτουργικό.

 

 

 

 

*  Ελεύθεροι χώροι – Πλατείες

 

Το ένα τρίτο της επιφάνειας του ιστορικού κέντρου καταλαμβάνει ο ελεύθερος χώρος της Σπιανάδας, μεταξύ του Παλαιού Φρουρίου και δομημένου χώρου, που πήρε το σημερινό της μέγεθος το 1628, για αμυντικούς λόγους. Σήμερα, διαχωρισμένη σε άνω και κάτω πλατεία, αποτελεί τον μοναδικό σημαντικό ελεύθερο χώρο, με δενδροφυτεύσεις, ενδιαφέρουσες κηποτεχνικές διαμορφώσεις και στοιχεία αστικού εξοπλισμού, λειτουργώντας ως χώρος περιπάτου και υπαιθρίων εκδηλώσεων.

 

Στην κεντρική περιοχή του Ιστορικού Κέντρου σημαντικές πλατείες αποτελούν η πλατεία Δημαρχείου, που συγκεντρώνει σειρά αξιόλογων κτιρίων και η πλατεία Ηρώων, με δύο σημαντικές εκκλησίες, σε άμεση επαφή με το πλάτωμα μπροστά από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα, πολιούχου της πόλης.

 

Στο εσωτερικό του οικιστικού συνόλου, δεν υπάρχουν άλλοι ελεύθεροι διαμορφωμένοι χώροι, με διαστάσεις πραγματικής πλατείας. Όλες οι μικρές πλατείες, περισσότερο πλατώματα, ανήκουν στην μεσαιωνική οργάνωση της πόλης και τις συναντά κανείς διασκορπισμένες στις παλαιότερες συνοικίες. Η διάρθρωσή τους είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, κάποιες θυμίζουν τα βενετσιάνικα Campielli. Τυπική άποψη της πλατείας συνθέτουν η εκκλησία, κάποιο ή κάποια αρχοντικά, μεγαλοαστικές κατοικίες και καμιά φορά το πηγάδι, που στην πραγματικότητα είναι στόμιο στέρνας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πλατεία της Κρεμαστής, η ωραιότερη πλατεία του Καμπιέλλου.

 

Πολλές φορές οι μικρές πλατείες και τα απλά ακανόνιστα πλατώματα λειτουργούν και σαν κόμβοι διανομής της κίνησης σε περισσότερους από δύο δρόμους (δίστρατα, τρίστρατα, κ.λ.π.), Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι πλατείες: Αγίας Ελένης, Παντοκράτορα, και η παλιά πλατεία Ταξιάρχη.

 

 

 

 

*  Κτιριακή υποδομή

 

Το σύνολο των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της Κέρκυρας δεν ανήκει όπως είναι φυσικό στην ίδια περίοδο. Εκτός από τα κτίρια της Ενετικής περιόδου υπάρχει ένας αριθμός κτιρίων που χτίστηκε στο μικρό διάστημα 1797-1814 (επί Γάλλων και Επτανήσου Πολιτείας), πολλά κτίρια της περιόδου της Βρεταννικής προστασίας και ορισμένα κτίρια των πρώτων δεκαετιών μετά την Ένωση με την Ελλάδα (1864) και της περιόδου περί το 1900. 

 

Από μορφολογική άποψη και λόγω των εκάστοτε ιστορικών συνθηκών, που διαμορφώνουν την επικράτηση των αρχιτεκτονικών ρυθμών :

  οι οικοδομές της Ενετικής περιόδου έχουν αφομοιώσει στις όψεις τους στοιχεία της αναγέννησης, μανιερισμού και μπαρόκ,

  το μόνο γνωστό παράδειγμα της οικοδομικής δραστηριότητας της ενδιάμεσης περιόδου μεταξύ Βενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας, η ομοιόμορφη σύνθεση των κτιρίων της Σπιανάδας, έχει στοιχεία μανιεριστικά, ενώ

  τα κτίρια που κατασκευάστηκαν στην περίοδο της Βρεττανικής προστασίας επηρεάζονται από τον νεοκλασικισμό στην πιο πρώιμη έκφρασή του (κλασικίζουσα διάθεση, με λεπτομέρειες αναγεννησιακές- παλλαδιανισμού).

  τέλος, λίγες νεώτερες κατασκευές ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του εκλεκτικισμού και αργότερα του Art Nouveau ή έχουν στοιχεία του όψιμου αθηναϊκού αστικού κλασικισμού.

 

 

 

 

Αρχιτεκτονική Δημοσίων κτιρίων

 

Τα δημόσια κτίρια της Ενετικής περιόδου, είτε κοινής ωφελείας, είτε κατοικίες επισήμων είτε στρατιωτικά κτήρια, έχουν την σφραγίδα της φροντισμένης κατασκευής, γιατί έχουν μελετηθεί και κατασκευαστεί από αρχιτέκτονες και συνήθως τεχνίτες που έστελνε η Βενετία ειδικά για το σκοπό αυτό. Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης πλαισίωναν την σημερινή πλατεία Δημαρχείου, που αποτελούσε το κοινωνικό και πνευματικό  κέντρο της στην βενετοκρατία. Στην ανατολική πλευρά της βρίσκεται η Λατινική Μητρόπολη του Αγ. Ιακώβου, κομψό κτίριο του 17ου αι. με τα μπαρόκ πτερύγια στη στέγη του, τον πύργο και το κωδωνοστάσιό του, στην νότια πλευρά η κατοικία του Λατίνου Αρχιεπισκόπου (ανακατασκευή 1754), με τον κομψό εξώστη με τη balustrade στον άξονα της πρόσοψης (που σήμερα στεγάζει υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος) και στην βόρεια πλευρά το σημαντικότερο κτίσμα της Βενετοκρατίας στην πόλη, η Loggia Nobilei (1663-9), κατασκευασμένη από λαξευτή

 ντόπια πέτρα Σινιών. Η απλή στιβαρή μορφή της με τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα προδίδει το ρόλο και τη σημασία της. Η Loggia μετατράπηκε σε θέατρο τον 18ο αιώνα που πήρε το όνομα του από τη γειτονική μητρόπολη (Teatro San Giacomo), ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα στεγάζει το Δημαρχείο της πόλης. Στο διάστημα της Βενετοκρατίας ιδρύθηκαν στην πόλη και πολλά άλλα δημόσια κτίρια, εκ των οποίων σώζονται η πύλη εισόδου της μίας εκ των δύο σιταποθηκών (1592) στην περιοχή της Σπηλιάς, το ενεχυροδανειστήριο (1630), που βρίσκεται σήμερα  ενσωματωμένο στο παλάτι των Αρμοστών, οι στρατώνες της Σπηλιάς, που σώζονται σήμερα με μεταγενέστερες προσθήκες και οι στρατώνες Grimani στη νότια άκρη της Σπιανάδας (τελική μορφή περί το 1725), γνωστοί σαν Ιόνιος Ακαδημία, γιατί στέγασαν για ένα διάστημα το ίδρυμα που υπήρξε και το πρώτο Ελληνικό πανεπιστήμιο.

 

Οι περίοδοι γαλλικής και αγγλικής κατοχής αν και είχαν, όπως προαναφέρθηκε, ελάχιστες επιπτώσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, άφησαν όμως σε σημαντικό βαθμό τη σφραγίδα τους στον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα της. Το οικοδομικό συγκρότημα της Σπιανάδας, τα Βόλτα ή "Liston" με την κομψή κιονοστοιχία του, όπου οι Κερκυραίοι κάνουν τον περίπατο τους, είναι η κύρια μαρτυρία από το πέρασμα των Γάλλων. Η ρυθμική επανάληψη των στοιχείων του αντικατοπτρίζει την μνημειακή πολεοδομική αντίληψη της Ναπολεόντειας περιόδου, με ευθύγραμμες ομοιόμορφες διατάξεις, όπως αυτή της rue de Rivoli. Τα μορφολογικά στοιχεία του πάντως ακολουθούν πρωϊμότερα πρότυπα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το συγκρότημα της Σπιανάδας, που αποτελούσε μέρος μιάς μεγάλης σύνθεσης, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε εν μέρει από ένα έλληνα μηχανικό, τον Ιωάννη Παρμεζάν.

 

Η σφραγίδα της περιόδου της Βρεττανικής προστασίας είναι πολύ πιο έντονη και απλώνεται σε όλη την πόλη. Χτίστηκε τότε πλήθος κτιρίων, απλών και επισήμων από προικισμένους αρχιτέκτονες που εγκλιμάτισαν και το ρεύμα του κλασικισμού στο χώρο, δίνοντας νέο χρώμα στην πρωτεύουσα των Επτανήσων. Τα σημαντικότερα έργα των αρχών της περιόδου οφείλονται σε ξένους μηχανικούς. Το σπουδαιότερο από αυτά, το παλάτι των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου (1819-23), κατοικία των Άγγλων Αρμοστών, μνημείο γεωργιανού ρυθμού και πρελούντιο του νεοκλασικισμού στην Ελλάδα, όπως και το μνημείο Maitland, είναι έργα του Άγγλου συνταγματάρχη του μηχανικού George Whitmore. Η όψη της μνημειώδους σύνθεσης του παλατιού που πηγάζει από Παλλαδιανά πρότυπα, κοσμείται με δωρική κιονοστοιχία, που διακόπτεται από τις μεγαλόπρεπες πύλες των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, για να καμπυλωθεί στη συνέχεια στα άκρα της, αγκαλιάζοντας τη βόρεια πλευρά της Σπιανάδας που την φιλοξενεί.

 

Από το 1830 όμως περίπου, μια σειρά ελλήνων τεχνικών παίρνει στα χέρια της και την επίσημη αρχιτεκτονική, αναλαμβάνοντας παράλληλα την επάνδρωση της τεχνικής υπηρεσίας. Ο αρχιτέκτονας που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα είναι ο Ιωάννης Χρόνης, από τους πρώτους τεχνικούς επιστήμονες του Ελληνικού χώρου γενικότερα. Όλα τα μεγάλα, με κοινωνική σκοπιμότητα, κτίρια της πόλης, που δείχνουν και την ιδιαίτερη πολιτιστική ακμή του τόπου τον 19ο αιώνα, είναι δεμένα με το όνομα του προικισμένου κερκυραίου αρχιτέκτονα. Σε αυτόν οφείλονται τα νεοκλασικού χαρακτήρα κτίρια της Ιονικής Τράπεζας, της Ιονίου Βουλής και το Χρηματιστήριο, αλλά και πολλές σημαντικές ή και απλούστερες κατοικίες και κυρίως το μέγαρο της οικογένειας του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ι. Καποδίστρια, που στέγασε για ένα διάστημα τη Νομαρχία. Με τη μαρμάρινη πρόσοψη και τις κομψές Κορινθιακές παραστάδες, θεωρείται από τα ωραιότερα μνημεία της νεότερης Ελλάδας.

 

 

Ναοδομία

 

 

Η αποκοπή από την Βυζαντινή παράδοση από τον 13ο αιώνα, τα 100 χρόνια της Ανδηγαυικής κατάκτησης και στη συνέχεια η επαφή με τη Βενετία για τέσσερις αιώνες, έδωσαν τον ρόλο του πρωταγωνιστή στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του νησιού στις ξένες επιδράσεις. Μη έχοντας παρά ελάχιστα παραδείγματα από τη Βυζαντινή περίοδο, οι Κερκυραίοι έχτισαν τις εκκλησίες τους σύμφωνα με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει την ορθόδοξη πίστη τους, που αντίθετα ήταν ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, ο τύπος που επικράτησε στην κερκυραϊκή (αλλά και γενικότερα την επτανησιακή ναοδομία), ήταν τελικά της μονόκλιτης ξυλόστεγης και σπάνια της τρίκλιτης βασιλικής. Η υιοθέτηση των τυπολογικών, μορφολογικών και διακοσμητικών στοιχείων από την ιταλική τέχνη της περιόδου, δηλαδή την τέχνη της Αναγέννησης και του Μπαρόκ και η χρήση σε μικρό βαθμό, μορφών της βυζαντινής παράδοσης ήταν φυσικό επακόλουθο των ιστορικών συγκυριών.

 

Οι εκκλησίες ήταν σε μεγάλο βαθμό ιδιόκτητες ή ανήκαν σε αδελφότητα οικογενειών ή συντεχνιών, ενώ λίγες ανήκαν στο δημόσιο. Η Βενετική διοίκηση παραχωρούσε τις τελευταίες με τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των εισοδημάτων τους σε ιδιώτες, που αντίστοιχα είχαν ορισμένες οικονομικές υποχρεώσεις προς αυτήν. Οι ιδιωτικές χτίζονταν ενίοτε από εύπορους Κερκυραίους, που τις προίκιζαν με την περιουσία τους, ενώ οι συναδελφικές συντηρούνταν από τους αδελφούς, που θάβονταν εκεί. Οι πολυάριθμες ιδιωτικές εκκλησίες, που διατηρούνται έως σήμερα, αποτελούν σύμβολα της ευλάβειας των αριστοκρατικών οικογενειών αλλά και των επαγγελματικών συσσωματώσεων της πόλης.  Επαγγελματικές συσσωματώσεις και πλούσιοι κάτοικοι, έκαναν να εξαρτάται η τιμή τους και η αξιοπρέπειά τους από την αξία της διακόσμησης των ναών τους. 

 

Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι οι μοναδικές συλλογές εικόνων μεταβυζαντινής τέχνης που φυλάσσονται στην Κέρκυρα. Οι πολλές παραγγελίες εικόνων έκαναν την πόλη να γίνει ένα πραγματικό κέντρο υποδοχής καλλιτεχνών του μεταβυζαντινού χώρου (Πελλοπόνησσος, Κρήτη) και κατά τις οδηγίες που δεχόταν από τους εντολείς τους, έπρεπε να συνδυάζουν τα βυζαντινά στοιχεία με αυτά της ιταλικής ευλάβειας. Το αποτέλεσμα ήταν μια ακόμη ώσμωση πολιτισμών και ευαισθησιών που έδωσε στην ιστορία της τέχνης μια ξεχωριστή σχολή, αυτήν της Επτανησιακής τέχνης, που βέβαια ξεπέρασε σύντομα τα νησιώτικα σύνορα για να απλωθεί, τον 18ο αιώνα στη Νότιο Ιταλία (Μπάρι, Λέτσε) αλλά και στη Βενετία, το Τριέστε και σε πολλές δαλματικές πόλεις.

 

Μορφολογικά, στα μνημεία της πόλης που χτίστηκαν από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα (που δεν σώζονται ή και δεν αναγνωρίζονται οι αρχικές φάσεις τους πια) θα επικρατούσαν τα γοτθικά στοιχεία. Όσα χτίστηκαν κατά τον 16ο και 17ο αιώνα (και που διατηρούνται σε σημαντικό βαθμό σήμερα), ακολουθούν τα αναγεννησιακά και μανιεριστικά κυρίως πρότυπα. Στα μνημεία αυτά, ο τύπος της μονόκλιτης βασιλικής εμφανίζεται αρκετές φορές με την ιδιοτυπία ενός περιμετρικού διαδρόμου σε σχήμα Π ("εξωνάρθηκα"). Οι κερκυραϊκή ναοί συνδυάζονται επίσης πάντοτε με την κατοικία του ιερέα, που μπορεί να είναι ενωμένη με τον κύριο όγκο τους ή να είναι ανεξάρτητο μονόροφο ή διόροφο πρόσκτισμα. Εκτός από τις μονόκλιτες βασιλικές σπάνια συναντάμε ορισμένες τρίκλιτες βασιλικές.

 

 

Οι κερκυραϊκές εκκλησίες διαφέρουν σημαντικά από άποψη μεγέθους και διακοσμητικού πλούτου από τα δυτικά παραδείγματα. Γενικά οι όψεις τους είναι λιτές. Η ανάδειξή τους ακόμη και στα πιο σπουδαία έργα βασίζεται κυρίως στα λίθινα πλαίσια των ανοιγμάτων τους. Στις περιπτώσεις μνημείων με περιμετρικό διάδρομο, ο κυρίως ναός υψώνεται από αυτόν και οι μακρές πλευρές του φωτίζονται, στα παλιότερα παραδείγματα, από δύο μεγάλους ημικυκλικούς φεγγίτες (mezzalune), χαρακτηριστικό στοιχείο της βενετικής ναοδομίας. Από το τέλος της περιόδου καθιερώνονται τα υψίκορμα παράθυρα στις πλάγιες όψεις. Ο γυναικωνίτης φωτίζεται συνήθως από δύο τοξωτά παράθυρα, τοποθετημένα στη στενή πλευρά, ενώ ψηλότερα ένας κυκλικός φεγγίτης (στοιχείο καθαρά δυτικό) ενισχύει τον φωτισμό του ή εξυπηρετεί τον αερισμό της στέγης, αλλά παράλληλα τονίζει τον άξονα της όψης. Οι εκκλησίες συνοδεύονται από ψηλά κωδωνοστάσια πυργοειδή ή μορφής διάτρητου τοιχώματος με ελικωτά πτερύγια.

 

Τον 18ο αιώνα δεν κτίζονται πολλά νέα μνημεία, αλλά υπάρχει σημαντικός αριθμός μετασκευών (επέκταση, αύξηση ύψους, εξωτερική αναμόρφωση) των παλαιότερων. Ο τύπος που επικρατεί είναι και πάλι της μονόκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής και σπάνια της τρίκλιτης. Στα νέα μνημεία όσο και στα αναμορφωμένα διαπιστώνεται η πλήρης επικράτηση των δυτικών προτύπων.

 

Ενώ οι όψεις τους είναι απέριττες, το εσωτερικό των εκκλησιών όπως διαμορφώνεται κυρίως μετά τον               17ο  αιώνα είναι πλούσια διακοσμημένο και ιδιαίτερα υποβλητικό. Το χτιστό τέμπλο με λαξευτή διακόσμηση, οι φορητές εικόνες, η αγιογραφημένη συχνά οροφή (η "ουρανία"), τα σκαλιστά στασίδια, τα καντήλια και τα διάφορα αναθήματα, υποβάλλουν και δημιουργούν κατανυκτική ατμόσφαιρα.

 

Οι αναλογίες του κεντρικού χώρου των ναών είναι περίπου 1:2. Το ιερό που το βάθος του φθάνει το 1/4 του κύριου χώρου, απολήγει σε μια συνήθως ευμεγέθη, ημικυκλική ή ημιεξαγωγική κόγχη ή και σε τρεις. Πάνω από την Αγία Τράπεζα υπάρχει κιβώριο συνήθως λίθινο, στοιχείο προερχόμενο από δυτική επίδραση. Στοιχεία δυτικής επίδρασης είναι και τα προσκυνητάρια που βρίσκονται δεξιά και αριστερά του τέμπλου. Στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από το ιερό διαμορφώνεται σε ψηλότερο επίπεδο ο γυναικωνίτης, που απομονώνεται από τον κυρίως ναό με ξύλινο κιγκλίδωμα, κατά την ανατολική παράδοση. Το δάπεδο των ναών σχηματίζει συνήθως τρία επίπεδα, με το ψηλότερο στο ιερό και το μεσαίο περίπου μέχρι τα πλάγια θυρώματα. Οι είσοδοι προφυλάσσονται πάντοτε με ξύλινο ανεμοφράκτη. Ο προσανατολισμός των εκκλησιών της πόλης δεν είναι σταθερός. Ακολουθεί αναγκαστικά την πολεοδομική διάταξη και οι εκκλησίες βρίσκονται συνήθως σφιγμένες ανάμεσα στα σπίτια έχοντας μόνο ορισμένες πλευρές ελεύθερες. Έτσι η κυρία είσοδος βρίσκεται ανάλογα με τον τρόπο που είναι τοποθετημένος ο ναός στη στενή ή στη μακρά πλευρά.

 

Ο ναός που στεγάζει το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα του πολιούχου της πόλης, είναι ο πιο φημισμένος της Κέρκυρας. Χτίστηκε το 1590 σε αντικατάσταση προηγούμενης εκκλησίας που κατεδαφίστηκε λόγω της περιτείχισης. Το πανύψηλο πυργοειδές κωδωνοστάσιό του που δεσπόζει στην πόλη, θυμίζει το σχεδόν σύγχρονο του κωδωνοστασίου του S. Giorgio dei Greci στη Βενετία. Η ουρανία του ήταν ζωγραφισμένη τον 18ο αιώνα από τον σπουδαιότατο αγιογράφο Παναγιώτη Δοξαρά (το έργο καταστράφηκε και στη θέση του τοποθετήθηκε νεότερο αντίγραφο). Από τα υπόλοιπα παραδείγματα της πόλης αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν η Αντιβουνιώτισσα και ο Αγ. Ιωάννης που διατηρούν τον περιμετρικό εξωνάρθηκα, ο Αγ. Ανδρέας συνδυασμένος με τριώροφη κατοικία και οι μόνες τρίκλιτες εκκλησίες που σώζονται: η Μητρόπολη και η Παναγία των Ξένων.

 

 

Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι λίγες λατινικές εκκλησίες της πόλης. Εκτός από το Duomo σώζεται ακόμη και το καθολικό της παλιάς μονής του Αγίου Φραγκίσκου, η Παναγία της Τενέδου, η πιο σημαντική από αρχιτεκτονική άποψη, θολοσκεπής και με αναγεννησιακού χαρακτήρα τρούλο πάνω από το ιερό (που θυμίζει το Duomo της Φλωρεντίας) και ακόμη το πυργοειδές κωδωνοστάσιο από την παλαιότατη Annunziatta.

 

Κατά τον 19ο αιώνα το κλασικιστικό ιδίωμα που κατακτά την πόλη αποτυπώνεται και στα λίγα νέα εκκλησιαστικά κτίριά της, τον ναό των Αγίων Πάντων (1850) και τον ναό της Αγίας Σοφίας (1848), που ξαναχτίστηκε βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ιωάννη Χρόνη.

 

 

 

 

Αστική Αρχιτεκτονική

 

 

Οι κατοικίες της πόλης σύμφωνα με την αντίστοιχη κοινωνική οργάνωση διακρίνονταν σε αρχοντικά, μεγαλοαστικές και μικροαστικές - λαϊκές. Το αστικό πολυώροφο σπίτι, είναι οπωσδήποτε ο κυρίαρχος και ο πιο ενδιαφέρων αρχιτεκτονικός τύπος που συναντιέται στην Κέρκυρα. Η στενότητα του χώρου και η μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού οδήγησαν αναγκαστικά στον  θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, πολύ πριν να θεσπιστεί από τη σύγχρονη πολεοδομία.

 

¨      Ενετική περίοδος

Τα κερκυραϊκά αστικά σπίτια της ενετικής περιόδου ήταν είτε πολυώροφα σε τύπο πολυκατοικίας με                  3 - 4 ορόφους, δείγμα της προσαρμογής στην στενότητα του χώρου, είτε σπανιότερα μονοκατοικίες με ένα ή περισσότερους ορόφους, ενώ τα αρχοντικά ήταν συνήθως διώροφα.

 

Τα κτίρια πλατυμέτωπα ή στενομέτωπα, σχημάτιζαν συνεχή μέτωπα στους δρόμους, με ελάχιστες εξαιρέσεις αυλών ή κήπων. Χτίστηκαν σε οικόπεδα με μικρό γενικά εμβαδόν και με κάλυψη σχεδόν 100% (σε μη διαμπερή οικόπεδα οι πίσω χώροι αερίζονται από τις γνωστές "κανιζέλλες"). Ο μέσος όρος εμβαδού, μετά και την κατασκευή των πολύ μεγαλύτερων κτιρίων της αγγλοκρατίας, ήταν σύμφωνα με απογραφή του 1940, 84 μ2 με ελάχιστον εμβαδόν 30 μ2.

 

Αν και υπήρχε μεγάλος αριθμός αρχοντικών στην πόλη (στο Libro d' oro ήταν γραμμένες 112 οικογένειες ευγενών) λίγα διατηρούν σήμερα την ακεραιότητά τους εμφανίζοντας συνολικά χαρακτηριστικά μιας επίσημης κατασκευής, ενώ στα περισσότερα αναγνωρίζονται μεμονωμένα τμήματα που μαρτυρούν για την αρχική τους χρήση. Δύο από τα καλά σωζόμενα αρχοντικά - Ρίκκι και Γιαλλινά - (17ου  αιώνα) έχουν κατά μήκος της όψης προστώο αναγεννησιακού χαρακτήρα, που διαμορφώνει εξώστη στον όροφο.

 

Οι όψεις των κερκυραϊκών κατοικιών της περιόδου, ακολουθούν γενικότερα τα χαρακτηριστικά της αναγέννησης, του μανιερισμού και του μπαρόκ, εκφρασμένα όμως με σχετική λιτότητα και ενίοτε με λαϊκό πνεύμα, στοιχεία που σχετίζονται και με τη διαφορά κλίμακας ως προς τα δυτικά παραδείγματα. Ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη χρήση μορφολογικών στοιχείων και

 

 

ενδιαφέρον για συνθετική οργάνωση. Τα πρότυπά τους ως προς τις μορφολογικές λεπτομέρειες μπορεί κανείς να τα εντοπίσει στα έργα της επίσημης αρχιτεκτονικής της πόλης ή του Παλιού Φρουρίου. Διαπιστώνεται επίσης μια αλληλεπίδραση μεταξύ αστικής και εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής στα επί μέρους στοιχεία. Γενικά χαρακτηριστικά της εξωτερικής διαμόρφωσης των κτιρίων της Ενετικής περιόδου (τα οποία κατά μεγάλο ποσοστό έχουν προσθήκες της αγγλοκρατίας ή και μεταγενέστερες), είναι η επίπεδη ως επί το πλείστον επιφάνεια, η υπεροχή  συχνά του πλήρους στο κενό ή και η ισοδυναμία τους, ο τονισμός της οριζοντιότητας (με σειρές παραθύρων, ζώνες, γείσα κ.λ.π.) και η μορφολόγηση πάνω σε ένα συμμετρικό σύστημα αξόνων, που δεν τηρείται όμως απαραίτητα στα λαϊκότερα έργα. Τα χρώματα των όψεων, το κόκκινο ή η ώχρα στις επιχρισμένες επιφάνειες, το ημίλευκο ή υποκίτρινο στα λαξευτά μέλη, και το πράσινο στα εξώφυλλα, είναι αντίστοιχα με αυτά της Βενετίας.

 

Μεγαλύτερη σημασία δίνεται στην αρχιτεκτονική διαμόρφωση του ισογείου, όπου και το θύρωμα εισόδου, η στοά κ.λ.π., που ξεχωρίζουν οπτικά με την  ιδιαίτερη ρυθμολογική παράθεση των ανοιγμάτων, κάτι που δικαιολογείται και από το ότι το μικρό πλάτος των δρόμων δεν επιτρέπει την άμεση θεώρηση του συνόλου των πολυώροφων οικοδομών.

 

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία οργάνωσης των όψεων είναι οι - αναγεννησιακού χαρακτήρα - στοές με τις τοξοστοιχίες, που συναντώνται μεμονωμένες ή συνεχείς, στους εμπορικούς κυρίως δρόμους, τα πορτόνια (κύριες θύρες εισόδου) με τα λαξευτά πλαίσια  και την μπαρόκ ενίοτε επίστεψη, τα παράθυρα, που μπορεί να περιβάλλονται με πλαίσια με κυμάτια, και τα κορνιζώματα. Την επίπεδη επιφάνεια της όψης ποικίλλουν επίσης, δίνοντάς της πλαστικότητα, τα προστώα που προβάλλουν δημιουργώντας ανοιχτή βεράντα στον όροφο, οι πέτρινοι εξώστες και τα εξωτερικά λίθινα κλιμακοστάσια μέχρι τον πρώτο όροφο, όπου διαμορφώνεται στεγασμένο πλατύσκαλο -εξώστης ("μπότζος" με ξεχυτή ).  Τέλος, αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία αποτελούν τα φουρούσια, οι γωνίες, όταν διαμορφώνονται από λαξευτή τοιχοποιία, οι προεξέχουσες καμινάδες των μαγειρείων με την απολυξή τους στη στέγη, τα οικόσημα  κ.λ.π.

 

Στα ισόγεια των σπιτιών υπάρχουν συχνά καταστήματα ή αποθήκες, ενώ η κυρίως κατοικία βρίσκεται στους ορόφους. Τα περισσότερα σπίτια έχουν σοφίτα που καταλαμβάνει συνήθως μεγάλο μέρος της στέγης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν κατοικήσιμος χώρος. Το κλιμακοστάσιο που γενικά βρίσκεται στο εσωτερικό των κτιρίων μπορεί να είναι περίπου αξονικά τοποθετημένο και να περιβάλλεται από τους χώρους ή να βρίσκεται κατά μήκος μιας πλάγιας πλευράς. Λίγα παραδείγματα έχουν, εξωτερικό λίθινο κλιμακοστάσιο μέχρι τον πρώτο όροφο και αφορούν οπωσδήποτε μονοκατοικίες. Η επικοινωνία των δωματίων στους χώρους διαμονής γίνεται χωρίς την παρεμβολή διαδρόμων μέσω ενός κεντρικού χώρου που καταλήγει στο κλιμακοστάσιο. Εκτός από τα μαγειρεία, που συνήθως βρίσκονται στην γωνία ενός δωματίου και χαρακτηρίζονται από την χτιστή εστία και την καπνοδόχο (που προεξείχε εξωτερικά στις όψεις), ιδιαίτερα αποχωρητήρια δεν είχαν προβλεφθεί και μια τρύπα πλάι στον νεροχύτη που κατέληγε στο αποχετευτικό δίκτυο εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό. Τα έπιπλα του καλού αστικού σπιτιού προέρχονταν από την Βενετία ή την Τεργέστη. Χαρακτηριστικά κομμάτια της επίπλωσης ήταν η ροτόντα και ο απαραίτητος βενετσιάνικος καθρέπτης.

 

 

 

 

 

¨      Περίοδος Βρεττανικής Προστασίας

Το αστικό τοπίο της Κέρκυρας επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την οικοδομική έξαρση της περιόδου Βρεττανικής προστασίας. Στον τομέα της κατοικίας (εκτός από τις προσθήκες στα παλαιότερα κτίρια) πλήθος νέων μεγαλοαστικών (μέγαρα), μικροαστικών και λαϊκών κατασκευών, διαμορφώνει σε αυτά τα 50 χρόνια μια νέα εικόνα της πόλης. Οι τυπικές αστικές κατοικίες ανήκουν και πάλι στον τύπο της πολυκατοικίας, αλλά είναι ως επί το πλείστον μεγαλύτερου ύψους από της βενετοκρατίας, (φθάνοντας και τους 6 ορόφους), ενώ υπάρχουν και πολυώροφα μέγαρα - μονοκατοικίες με  3-5 ορόφους και επίσης  μονώροφα και διώροφα  κτίρια απλής μορφής.

 

Από τυπολογική άποψη την εποχή αυτή αρχίζει να υπάρχει εξέλιξη στην διαμόρφωση των κατόψεων με χαρακτηριστικό ότι τότε εμφανίζεται για πρώτη φορά το αποχωρητήριο σαν ιδιαίτερος χώρος. Σε πολλά σπίτια διατηρήθηκε το σύστημα ενός ανεξάρτητου κατακόρυφου αγωγού πλάι σε αυτόν του νεροχύτη. Το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων κατοικιών είναι χτισμένο στη θέση προϋπάρχοντος κτίσματος. Διαπιστώνεται συχνά αύξηση του εμβαδού σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, που δημιουργείται κυρίως με ένωση δύο ή περισσότερων οικοπέδων ή σπάνια με κατάληψη υπάρχουσας αυλής.

 

Οι πλατυμέτωπες διατάξεις και μάλιστα σε μεγάλο αριθμό ανοιγμάτων (υπάρχουν παραδείγματα με 11 ανοίγματα στη σειρά), είναι πολύ περισσότερες από αυτές της Ενετικής περιόδου. Μικρό ποσοστό των νέων κτιρίων έχει κτιστεί σε χώρο που δεν υπήρχε προηγουμένως οικοδομή.  Διαπιστώνεται επίσης μια προσπάθεια επιβολής ομοιόμορφων διατάξεων, κυρίως στις βασικές αρτηρίες της πόλης. Έτσι στην περίπτωση του μετώπου της οδού Ν. Θεοτόκη, απέναντι από τον Αγ. Φραγκίσκο, ακολουθήθηκε υποχρεωτικά ομοιόμορφο σχέδιο, τόσο ως προς τα γενικά στοιχεία, όσο και ως προς τις λεπτομέρειες των πεσσών των στοών, που είχε εκπονήσει κατ΄ εντολήν της Γερουσίας ο πολιτικός μηχανικός του δημοσίου. Ακόμη στα κτίρια της περιόδου που βρίσκονται στην αρχή της οδού Ευγ. Βουλγάρεως, υπάρχει συσχετισμός, ως προς τα ύψη των ορόφων, την διάρθρωση των ισογείων τους με σχεδόν ομοιόμορφες τοξοστοιχίες κ.λ.π. Ενότητα σύνθεσης παρουσίαζαν τέλος και τα κτίρια που χτίστηκαν στον προμαχώνα Αγ. Αθανασίου, μετά τις πρώτες κατεδαφίσεις των εξωτερικών οχυρωμάτων από τους Άγγλους, που αποτέλεσαν βασικά και την πρώτη επέκταση της πόλης στον 19ο αιώνα και τα οποία καταστράφηκαν στον Β'  Παγκόσμιο πόλεμο.

 

Μορφολογικά, οι όψεις των κατοικιών της περιόδου ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του κλασικισμού, με λιτότητα όμως και χωρίς έμφαση στη χρήση διακόσμου και με στοιχεία κυρίως νεοαναγεννησιακά (τόξα κ.λ.π.). Ο κλασικισμός της Κέρκυρας, που αποτελεί και την πιο πρώϊμη έκφραση του στυλ στον ελληνικό χώρο (χωρίς να επιβληθεί εκ των έξω ώστε να αποτελέσει μια τομή στις προϋπάρχουσες παραδοσιακές μορφές, όπως συνέβη στην Αθήνα ή και αλλού, αλλά αντίθετα ήλθε ως μια ομαλή μετάπτωση από το ένα ρυθμικό σύστημα στο επόμενο), πηγάζει κυρίως από τον αγγλικό παλαδιανισμό, αλλά και τον ιταλικό κλασικισμό, και εναρμονίζεται μοναδικά με το προϋπάρχον δομημένο περιβάλλον.

 

Έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες, είναι οι φορείς αυτής της ιστορικής μορφολογίας, που ακολουθούν βέβαια και τα επίσημα κτίρια αλλά και οι κατοικίες της αστικής κοινωνίας σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση (και με την αντίστοιχη προσαρμογή στις οικονομικές δυνατότητες και ανάγκες), διαμορφώνοντας μια αρχιτεκτονική ενιαίου ύφους και με σημαντική διαφοροποίηση από τα άλλα ελληνικά κέντρα, που αντλούν τα πρότυπά τους από την

 

 

Αθήνα. Τα συγγράμματα των θεωρητικών της αναγέννησης και ιδίως του Παλλάντιο, αλλά και οι σχετικές εκδόσεις του 19ου αιώνα ήταν βασικές πηγές άντλησης μορφολογικών στοιχείων για τους αρχιτέκτονες που δρούσαν στην πόλη. Επίσης σημαντικά κτίρια της περιόδου, κατά πρώτο λόγο το παλάτι των Αρμοστών, υπήρξαν πρότυπο για τα επί μέρους στοιχεία των κατοικιών της αστικής τάξης (παράθυρα, θυρώματα, πλαίσια και επιστέψεις, μπαλούστρα, κιγκλιδώματα εξωστών και κλιμακοστασίων, ζωγραφικός διάκοσμος κ.λ.π.).

 

Όπως και στα κτίρια της Ενετικής περιόδου, ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής, υπάρχει αντίστοιχο ενδιαφέρον για την εξωτερική οργάνωση, με μεγαλύτερο ή μικρότερο πλούτο μορφολογικών λεπτομερειών και με πολυτελή ή μη υλικά. Γενικά πάντως, η χρήση ρυθμών στην οργάνωση των όψεων των κατοικιών είναι διακριτική  ή  ελάχιστη  (εκτός από την  περίπτωση του μεγάρου Καποδίστρια, όπου είναι έντονη η επιρροή του Παλλαδιανισμού), ενώ είναι βασική για την οργάνωση των συνθέσεων των επισήμων κτιρίων (παλάτι Αρμοστών, Ιονική Τράπεζα κ.λ.π.). Τα ρυθμολογικά στοιχεία (σχεδόν πάντα τοσκανικά στις κατοικίες) χρησιμοποιούνται βασικά σε παραστάδες, πεσσούς, γείσα (θυρώματα, γωνίες, επιστέψεις, τοξοστοιχίες κ.λ.π.).

 

Οι όψεις είναι σχεδόν επίπεδες, όπως και επί βενετοκρατίας (διαμορφωμένες και τώρα σε σχέση με τη συνεχή διάταξη των κτιρίων στους δρόμους της πόλης) και με τάση προς την οριζόντια διάρθρωση. Επιδιώκεται η συμμετρική οργάνωση και η εύρυθμη κανονικότητα, χωρίς να είναι απαραίτητος ο τονισμός του κεντρικού άξονα. Στις πλατυμέτωπες διατάξεις ειδικά, ενίοτε εφαρμόζεται η τριμερής διάρθρωση με μικρή προεξοχή, με μια οριακή πλαστική απόδοση, για την οπτική υπογράμμιση του κεντρικού τμήματος. Εμφανίζεται γενικά ισοκατανομή των αξόνων και όχι ομαδοποίηση των ανοιγμάτων. Βασικό ρόλο στη μορφολογική έκφραση παίζει οπωσδήποτε ο μεγάλος αριθμός ορόφων, οδηγώντας σε λύσεις ρυθμικές και καθ΄ ύψος επανάληψης. Η οργάνωση βασίζεται συχνά στα οψιμότερα παραδείγματα και στη χρήση των εξωστών σε διάφορες διατάξεις.

 

Η τάση για την οριζόντια διάρθρωση (τυπική τόσο του πρώϊμου κλασικισμού όσο και της αναγέννησης), εκφράζεται με τις ρυθμικές σειρές των παραθύρων, τις στοές και τις τοξοστοιχίες, και με τις οριζόντιες ζώνες μεταξύ των ορόφων, συνήθως κάτω από τις ποδιές των παραθύρων και σπάνια στην στάθμη του πατώματος. Σε σχετικά όψιμες κατασκευές οι οριζόντιες ζώνες -που αρχικά αποτελούσαν κύριο στοιχείο διάρθρωσης των όψεων των απλών κυρίως κατοικιών- καταργούνται σε μεγάλο ποσοστό, γεγονός που συνδέεται και με τη μεγάλη πλέον χρήση του εξώστη. Παραμένουν όμως σχεδόν πάντα σαν  στοιχείο διαχωρισμού  του ισογείου από τους λοιπούς ορόφους, με τη μορφή μιας κυματιοφόρου ζώνης, που συνήθως βρίσκεται στο ύψος του γείσου του θυρώματος της κύριας εισόδου. Σε άλλα παραδείγματα το γείσο συνδυάζεται και μια ταινία που περνάει από τις ποδιές των παραθύρων του πρώτου ορόφου, ούτως ώστε να εμφανίζεται εντονότερος ο διαχωρισμός του ισογείου από το υπόλοιπο κτίριο με τη δημιουργία μιας πιο φαρδιάς ζώνης. Η διαχωριστική αυτή ζώνη μπορεί να διασπάται με μπαλούστρα τοποθετημένα ακριβώς κάτω από τα παράθυρα, εν είδει στηθαίου. Συνήθως δεν εμφανίζεται διαίρεση του κτιρίου σε βάση κορμό και στέψη (πλην του αρχοντικού Καποδίστρια). Εν είδει βάσης (κατασκευή από λαξευτή τοιχοποιία) πάντως διαρθρώνονται τα ισόγεια ορισμένων κτιρίων. Η χρήση του τόξου έχει ευρύτατη εφαρμογή στα ισόγεια των κτιρίων, σε θυρώματα, παράθυρα ή στις σειρές των τοξωτών ανοιγμάτων, κυρίως των καταστημάτων στους εμπορικούς δρόμους.

 

 

 

 

 

¨      Υλικά και τρόποι κατασκευής

Τα βασικά υλικά δομής των Κερκυραϊκών κτιρίων είναι πέτρα, τούβλα και ξύλο.

 

Λατομεία βρίσκονται κυρίως στην ανατολική πλευρά του βουνού Παντοκράτορα στο βόρειο μέρος του νησιού (Σινιές, Νησάκι κ.λ.π.). Εκεί βγαίνει μια σκληρή ασβεστολιθική πέτρα λευκή και κοκκινωπή, κατάλληλη για λαξευτές τοιχοποιίες, πλακοστρώσεις, πλαίσια κ.λ.π. (που χρησιμοποιήθηκε κυρίως κατά την βενετική περίοδο), αλλά και ασβεστολιθικά πετρώματα κατάλληλα για ασβέστη. Στο κεντρικό τμήμα του νησιού υπάρχουν επίσης μερικά λατομεία όπου βγαίνει ένα αμμώδες κιτρινωπό πέτρωμα και στο νότιο ένας κοκκινωπός πωρόλιθος. Στο νησί υπάρχει επίσης άμμος, άργιλος κ.λ.π. σε μεγάλη ποσότητα, δηλαδή αφθονία υλικού για την κατασκευή τούβλων και κεραμιδιών. Γνωστές είναι οι βιοτεχνίες παραγωγής τούβλων στο Μαντούκι ήδη από την περίοδο της βενετοκρατίας.

 

Οι Κερκυραίοι προμηθεύονται πέτρα και από την Ήπειρο και τους Παξούς (για πλακοστρώσεις), αλλά και την Τεργέστη (για σχετικά πολυτελείς κατασκευές π.χ. τζάκια). Κατά την περίοδο της Βρεττανικής προστασίας χρησιμοποιήθηκε και πέτρα Μάλτας. Συμπληρωματική εισαγωγή ξυλείας (δοκοί, σανίδες κ.λ.π. από έλατο και λάριζα) και φυσικά εισαγωγή σιδήρου γινόταν από την Τεργέστη και Βενετία, την Ραγούζα, Φουμιέ κ.λ.π.

 

Η πέτρα χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των χαμηλότερων κυρίως ορόφων. Οι τοίχοι γίνονταν από αργολιθοδομή και ήταν πάντοτε επιχρισμένοι. Ενίοτε εμφανίζεται στα κτίρια της βενετοκρατίας μικτή, δεύτερης ποιότητας, τοιχοποιία από τούβλα και πέτρα λατομείων ή ακόμα και συλλεκτή. Υπάρχουν ακόμη αρκετές τοιχοποιίες λασπόκτιστες, αλλά φυσικά οι καλύτερες κατασκευές γίνονταν με ασβεστοκονία. Λαξευτή τοιχοποιία χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένα μόνο τμήματα της κατασκευής, για λόγους στερεότητας αλλά και διακόσμησης (για την διαμόρφωση των γωνιών των κτιρίων, την κατασκευή γείσων, πλαισίων τοξοστοιχειών κ.λ.π.) και μόνο ένα παράδειγμα κτηρίου της ενετικής περιόδου κατασκευάστηκε σχεδόν    εξ’ ολοκλήρου από πέτρα. (Σινιών).

 

Κατά την περίοδο της Βρεττανικής προστασίας, γίνεται μεγαλύτερη χρήση λαξευτής τοιχοποιίας στην κατασκευή των ισογείων, ενώ πωρόλιθος Μάλτας χρησιμοποιήθηκε εξ΄ ολοκλήρου για την κατασκευή του παλατιού και του μικρού κυκλικού μνημείου της Σπιανάδας (που σχετίζονται με τον πρώτο Αρμοστή                   sir T. Maitland).

 

Στις πολυόροφες κατασκευές, οι τοίχοι των ανωτέρων ορόφων κατασκευάζονταν συνήθως από τούβλα. Τούβλα χρησιμοποιούσαν επίσης για την κατασκευή ανακουφιστικών τόξων, θολωτών κατασκευών,                   αλλά και γείσων).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  ii.    ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

 

 

 

Στην περιβάλλουσα το προς ένταξη Μνημείο περιοχή διαπιστώνονται σήμερα σε διασπορά αξιόλογοι αρχαιολογικοί χώροι, βυζαντινά ή νεώτερα μνημεία και οικιστικά σύνολα, τα οποία εκτός από την ιδιαίτερη σημασία τους, είναι επιπλέον οι αδιαφιλονίκητοι μάρτυρες για την διαρκή εγκατάσταση στην πόλη της Κέρκυρας διαφορετικών πληθυσμών από την προϊστορία έως σήμερα, για την διαρκή σε αυτόν τον τόπο συνύπαρξη πολιτισμών.

 

 

α. Αρχαιολογικοί χώροι

 

Βρίσκονται σε σχετική διασπορά στην περιοχή της αρχαίας πόλης, κυρίως στον μυχό της χερσονήσου του Κανονιού, αλλά και σε ολόκληρη την χερσόνησο, που αποτελεί σήμερα προάστιο, της σύγχρονης πόλης.

 

Η περιοχή αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονης πόλης πάνω από αρχαία. Όταν οι σύγχρονοι Κερκυραίοι στην περιοχή αυτή, έχτιζαν το μέλλον της πόλης τους, ξέθαβαν την ίδια στιγμή και το παρελθόν τους, την αρχαία Κέρκυρα. Οι σωστικές ανασκαφές φανέρωσαν ότι μια ολόκληρη πόλη κοιμόταν κάτω από τη γη, με ιερά άλση, ερείπια ναών, σπίτια, εργαστήρια, λουτρά, δημόσια αγορά, καρνάγια, έργα τέχνης, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και αντικείμενα λατρείας. Όλα αυτά είναι απομεινάρια της ζωής των ανθρώπων που πέρασαν από την πόλη και μετά θάφτηκαν με αυτά και κάτω από τις επιχωματώσεις, που φέρνει ο χρόνος.

 

Η εικόνα που προβάλλει από τις ανασκαφές είναι εκείνη μιας καλοσχεδιασμένης, με ισχυρά τείχη και αμυντικούς πύργους διατειχισμένης πόλης. Μιας πόλης με ιδιαίτερα εντυπωσιακό πολεοδομικό ιστό, που χρονολογείται από τον 8ο π.Χ. ως και τον 4ο μ.Χ. αιώνα, χτισμένης κατά το ισοδομικό σύστημα, κατά μήκος δύο μεγάλων οδικών αξόνων, που περίπου ταυτίζονται με τους δύο σημερινούς, που διασχίζουν τη χερσόνησο του Κανονιού με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο. Οι άξονες αυτοί τέμνονται από άλλες μικρότερες οδούς, με κατεύθυνση, Ανατολή - Δύση σχηματίζοντας τα οικοδομικά τετράγωνα.

 

Η πόλη, μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη, είχε δύο μεγάλα λιμάνια, το Υλλαϊκό και του Αλκίνοου, ίσως και κάποιο τρίτο, κοντά στο λιμάνι του Αλκίνοου, μία κεντρική Αγορά με πλακόστρωτο,  στοές για τη παραμονή των πολιτών ή για εμπορικές συναλλαγές και σημαντικά δημόσια κτήρια, είχε εργαστήρια κεραμικής και σιδηρουργίας, καρνάγια (νεώρια) με νεώσοικους για τη φύλαξη και επισκευή των πλοίων. Στα όριά της υπήρχαν πολλά και μεγάλα ιερά άλση ή τεμένη, με περίτεχνους ναούς ή βωμούς για υπαίθρια λατρεία και βοηθητικά λατρευτικά οικοδομήματα.  Ναοί υπήρχαν και στην Αγορά και σε άλλα κεντρικά σημεία της πόλης.

 

Έξω από το τείχος και προς τα βορειοδυτικά, απλωνόταν το αρχαϊκό, κλασσικό και ελληνιστικό νεκροταφείο, ενώ το ρωμαϊκό θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην περιοχή του Ανεμόμυλου, στην περιοχή δηλαδή του λιμανιού του Αλκινόου, που στα Ρωμαϊκά χρόνια επιχώθηκε. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο η περιοχή της Αγοράς με τον Ανεμόμυλο και τμήμα του Κανονιού μετατράπηκαν σε μία τεράστια ρωμαϊκή συνοικία με πολυτελείς λουτρικές εγκαταστάσεις.

 

Όπως προκύπτει και από τα πορίσματα των ανασκαφών, η περιοχή της Παλαιόπολης, η  αρχαία δηλαδή πόλη της Κέρκυρας ή Κόρκυρας, από τα μέσα της 1ης μ.Χ. χιλιετίας άρχισε να εγκαταλείπεται (ποτέ όμως ολοκληρωτικά), λόγω της μετακίνησης του πληθυσμού της προς τη νεότερη βυζαντινή πόλη, την Κορυφώ, στο χώρο του Παλαιού Φρουρίου. Η Παλαιόπολη θα μεταβληθεί σταδιακά σε Χερσούπολη.

 

Ως σημαντικότεροι από τους κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους καταγράφονται οι εξής:

·       Κτήμα Mon Repos, όπου έχουν ανασκαφεί :

-        Η ευρύτερη θέση με τα Ηραία, και συγκεκριμένα ναός του 400 π.Χ., που καταστράφηκε τον 1ο αι. π.Χ. Η θεμελίωση του ναού αυτού έχει κτισθεί πάνω σε τμήμα της θεμελίωσης αρχαϊκού ναού (600 π.Χ.), του οποίου η ακριβής διάταξη και οι διαστάσεις δεν έχουν εξακριβωθεί. Σώζεται μόνο η κοίτη της θεμελίωσης και η ΝΔ γωνία της, διαμορφωμένη σε πέντε βαθμιδωτές επιφάνειες.

-        Τμήματα βοηθητικών κτισμάτων.

-        Τμήματα αρχαίων αναλημμάτων: Το κυριότερο χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.

-        Τμήματα των περιβόλων του πρώιμου ιερού, υστεροαρχαϊκής εποχής (6ου αι. π.Χ.), καθώς και του νεώτερου (4ου αι. π.Χ.)

-        Μικρό υπαίθριο αρχαϊκό ιερό αποδιδόμενο στον Απόλλωνα Κορκυραίο: (τέλος 6ου - αρχές 5ου αι. π.Χ.) Σώζονται οι τρεις πλευρές μικρού περιβόλου με έναν τετράγωνο βωμό στο μέσον.

-        Τμήμα δωρικού ναού του 510 π.Χ., γνωστού και ως ναού στο Καρδάκι. Είναι το καλύτερα σωζόμενο κερκυραϊκό μνημείο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώιμης κορινθιακής αρχιτεκτονικής, αλλά και της αρχιτεκτονικής της Μεγάλης Ελλάδας.

-        Αρχαίος τοίχος προστασίας της πηγής Καρδακίου, κάτω από τον προαναφερθέντα ναό.

·       Χώρος Αρχαίας Αγοράς: σώζεται τμήμα του πλακόστρωτου δαπέδου, τμήμα στοάς και του βουλευτηρίου των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και η παλαιοχριστιανική βασιλική του Ιοβιανού, χτισμένη με το υλικό των αρχαίων οικοδομημάτων.

·       Χώρος λουτρικών εγκαταστάσεων: Έχουν ανασκαφεί χώροι ρωμαϊκών λουτρικών εγκαταστάσεων με ψηφιδωτά δάπεδα και υπόκαυστα. (3ος-4οςαι.μ.Χ.)

·       Ναός της Αρτέμιδας: Σώζεται η θεμελίωση του ναού (590-580 π.Χ.) με τμήμα του αναλημματικού τείχους του τεμένους και τον αρχαίο βωμό. Από το Ναό αυτό προέρχεται το περίφημο αρχαϊκό αέτωμα της Γοργούς, που εκτίθεται στο αρχαιολογικό Μουσείο της Κέρκυρας και είναι το αρχαιότερο λίθινο αέτωμα που έχει εντοπισθεί μέχρι σήμερα στον ελλαδικό χώρο.

·       Πύργος Νεραντζίχας των κλασικών χρόνων (5ος αι. π.Χ.). Αποτελεί τμήμα του αρχαίου οχυρωματικού τείχους της πόλης, άλλο τμήμα του οποίου, πρόσφατα εντοπίστηκε  και ανασκάπτεται στην περιοχή του Υλλαϊκού λιμένα (κοντά και παράλληλα με τον  διάδρομο του αεροδρομίου).

·       Χώρος λιμενικών εγκαταστάσεων

Έχουν ανασκαφεί τμήματα λιμενικών εγκαταστάσεων του λιμένος του Αλκινόου, κτιρίων (7ου - 1ου αι. π.Χ.) και τμήμα του πλακόστρωτου της παρακείμενης Αγοράς.

 

Το πρόγραμμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκεται σε εξέλιξη, περιλαμβάνει σειρά επιμέρους έργων, που στοχεύουν στην ανάδειξη περιηγητικών περιπάτων στην εντυπωσιακή αυτή περιοχή της Παλαιόπολης μέσα σε ένα καταπράσινο και αξιόλογο φυσικό περιβάλλον και μέσα από μνημεία που χρονολογούνται από τον 8ο π.Χ. αι. έως και τα παλαιοχριστιανικά και νεότερα χρόνια.

 

 

 

β. Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία

 

 

 

Ο χώρος στον οποίο βρισκόταν και άκμασε η πόλη της Κέρκυρας κατά την αρχαία, την ρωμαϊκή και την πρωτοβυζαντινή εποχή και είναι σήμερα γνωστός με την ονομασία «Παλαιόπολη», ουσιαστικά ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως, παρ΄ όλη την σταδιακή μετακίνηση της πόλης από την Παλαιόπολη στο παρακείμενο δικόρυφο σημερινό Παλαιό Φρούριο από τον 7ο μ. Χ. αιώνα, όπου άκμασε η Βυζαντινή Κορυφώ. Διάσπαρτα είναι τα μνημεία που ακόμη σήμερα είναι ορατά σε όλη την περιοχή και προέρχονται τόσο από τα αρχαία όσο και τα Βυζαντινά χρόνια.

 

Είναι εξάλλου ιδιαίτερα χαρακτηριστική και αρκετά συνήθης για την περιοχή η περίπτωση πολλών μεταγενέστερων Μνημείων (π.χ. Βυζαντινών) που έχουν ανεγερθεί ενσωματώνοντας δομικά υλικά προσεγενέστερων (π.Χ. αρχαϊκών ή ρωμαϊκών), δηλώνοντας με τον πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο την ιστορική συνέχεια και επιτρέποντας την ανάγνωση των διαφορετικών κατά εποχές πολιτισμών που επικάθησαν πάνω στην γης της. Ανάμεσα σε αυτά η παλαιοχριστιανική βασιλική του Ιοβιανού αποτελεί το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο μνημείο της Πρωτοβυζαντινής περιόδου ενώ από την ίδια εποχή (5ος – 6ος αι) το καθολικό της γειτονικής μονής του Αγίου Θεοδώρου, άλλοτε τρίκλιτη βασιλική, είναι μέχρι σήμερα σε λειτουργία. Στα βυζαντινά χρόνια ανάγεται ο παρακείμενος σχεδόν ναός των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου (περί το 1000), ενώ στον 11ο – 12ο αι. τοποθετούνται τόσο τα ερείπια του ναού της Παναγίας Οδηγήτριας «Νερατζίχας», οικοδομημένου πάνω σε τμήμα αρχαίου τείχους, καθώς και ο μικρός τρουλλαίος ναός του Παντοκράτορος, στο Ποντικονήσι.

 

¨      Ιερός Ναός Ιάσονος και Σωσιπάτρου (περί το 1000 μ.Χ.)  

Το σημαντικότερο μνημείο της μέσης Βυζαντινής περιόδου (Καθολικό Μονής στα μεταβυζαντινά χρόνια). Ένα από τα αρχαιότερα δείγματα δικίονου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού (ορθογώνιας εκκλησίας με τρούλο) και ένας από τους καλύτερα σωζόμενους ναούς αυτού του τύπου στην Ελλάδα.  Ο συνηθισμένος τύπος Ναού κατά τους 11ο -14ο αι. παρουσιάζει στο συγκεκριμένο μνημείο μερικές ιδιομορφίες.  Οι τρεις αψίδες που προεξέχουν ανατολικά δεν έχουν το ίδιο σχήμα. Το τρίβηλο με το οποίο ο νάρθηκας επικοινωνεί με τον κεντρικό χώρο αποτελεί παλαιοχριστιανική επιβίωση. Ο οκτάπλευρος τρούλος μετασκευασμένος τον 17ο αι. παρουσιάζει στις ακμές του εσοχές με ενδομημένους κιονίσκους.

Ο ναός είναι κτισμένος χαμηλά με μεγάλους πωρόλιθους από τα ερείπια της αρχαίας πόλης και ψηλότερα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής  (ορθογώνιοι λίθοι που περικλείονται από σειρές πλίνθων).  Στους οριζόντιους αρμούς παρεμβάλλονται οδοντωτές ταινίες ενώ στους κάθετους τούβλα λαξευμένα με κουφικά γράμματα, αποτελώντας μέρος της πλουσιότατης κεραμοπλαστικής διακόσμησης.

Το κτιστό μπαρόκ τέμπλο (18ος αι.) μορφούμενο από κυματιστή επιφάνεια με ελλειπτικά στοιχεία και τμήμα ορθομαρμάρωσης, φέρει αξιόλογες μεταβυζαντινές εικόνες. Οι δύο μεγάλες φορητές εικόνες των εφέστιων αγίων ανήκουν στον Ε. Τζάννε. Τα σωζόμενα σπαράγματα τοιχογραφιών ανάγονται στους 11ο και 14ο αι..  Εξωτερικά το προόκτισμα στη Β.Δ. γωνία, ανήκει στη μεταβυζαντινή περίοδο και χρησιμοποιείται ως κατοικία του ιερέα.

 

 

¨      Ιερά Μονή Αγ. Θεοδώρων (μεταξύ 5ου - 6ου αι.)

Παλαιοχριστιανικό μνημείο, σε άμεση γειτνίαση στα ερείπια του ναού της Αρτέμιδος Γοργούς. Τρίκλιτη βασιλική, περιορίστηκε στα μεταβυζαντινά στο μεσαίο κλίτος, που αποτελεί και το σημερινό καθολικό γυναικείας μονής. Χαρακτηριστικό της παλαιοχριστιανικής φάσης είναι η ημικυκλική αψίδα με βαθμιδωτή στέγη και τρίλοβο τοξωτό παράθυρο με βαριές αναλογίες. Μετατροπή της Εκκλησίας σε μονή πραγματοποιήθηκε πιθανότατα τον 16ο αι. με ελεύθερη τετραγωνική μοναστηριακή αυλή (σύμφωνα με το τυπικό των καθολικών συγκροτημάτων). Η αυλή πλαισιώνεται με τοξοστοιχία αναγεννησιακής μορφολογίας σε δύο ορόφους στις τρεις πλευρές, ενώ η τέταρτη συντίθεται από το καθολικό και το κωδονοστάσιο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της όλης μορφολογίας αποτελεί η ύπαρξη δύο πύργων οχυρωματικού χαρακτήρα του συγκροτήματος. Η διαπίστωση τρίκλιτης φάσης αποδεικνύεται σήμερα στο εσωτερικό του ναού από την ύπαρξη σφραγισμένων τοξοστοιχιών.

 

¨      Βασιλική του Ιοβιανού και περιβάλλων χώρος (5ος αι.)

Το σημαντικότερο μνημείο Παλαιοχριστιανικής περιόδου. Πεντάκλιτη ή τρίκλιτη βασιλική, οικοδομημένη πάνω σε ερείπια Ρωμαϊκής Αγοράς, με εξέχον εγκάρσιο κλίτος, μία ημικυκλική αψίδα, δύο νάρθηκες και προκτίσματα. Περιορίστηκε τη μεσοβυζαντινή περίοδο στο μεσαίο κλίτος. Επεμβάσεις τον 16ο και 17ο αιώνα. Η μακρόχρονη πορεία του μνημείου όπως διαπιστώνεται από τη σωρεία επάλληλων ορατών μέχρι σήμερα επεμβάσεων, αλλά και η σύνδεσή του ως "Μεγάλης Εκκλησίας" με την Παλαιόπολη, προσδιορίζουν την ιδιαίτερη σημασία του μνημείου.

 

¨      Παναγία Νερατζίχα (11-12ος αι.)

Σε μικρή απόσταση από τη Μονή Αγίων Θεοδώρων. Πύργος των αρχαίων τειχών που μετατράπηκε σε ναό. Σώζεται μόνο ο βόρειος τοίχος. Η Βυζαντινή προσθήκη στο αρχαίο τείχος είναι κτισμένη με αμελή πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία, με χαρακτηριστικά τρία τοξωτά αψιδώματα.

 

¨      Άγιος Αθανάσιος (15ος αι.)

Αποτελεί, ένα επίσης ιδιαίτερο μνημείο, με εύκολη την ανάγνωση των εποχών του. Στην κάτω ζώνη του ναού με σαφήνεια διακρίνεται η με ογκώδεις δόμους κατασκευή που ανήκε στον πύργο του λιμανιού του Αλκίνοου -μυθικού βασιλιά των Φαιάκων- της αρχαίας Κέρκυρας. Αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο της οικοδόμησης μικρού ναού αφιερωμένου στον Άγιο Αθανάσιο, που υπήρχε ήδη από το 15ο αιώνα. Τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις αναγνωρίζονται στο ναό. Κατά τη δεύτερη (18ος αι.), ο ναός μεγαλώνει σε ύψος, κτίζεται το καμπαναριό σε συνάρτηση με το διόροφο πρόκτισμα στα βόρεια, διαμορφώνεται ο χώρος εισόδου σε σχέση με την υπάρχουσα πηγή και παίρνει τη σημερινή του μορφή. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού μπορούν να χρονολογηθούν στον 17ο αιώνα, ενώ το μαρμάρινο ανάγλυφο τμήμα θωρακίου, που είναι εντοιχισμένο πάνω από την είσοδο στα δυτικά προέρχεται από το γειτονικό ναό των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου και χρονολογείται στα μεσοβυζαντινά χρόνια (11ος –12ος αι.).

 

 

 

 

 

 

γ. Ιστορικά προάστια

 

 

Είναι η Γαρίτσα, ο Ανεμόμυλος, το Μαντούκι, το Σαρόκκο και τα Φορτιά (Νεάπολις).

Αποτελούν οικιστικές περιοχές, εκτός των τειχών της πόλης του 18ου αι. στην άμεσα περιβάλλουσα τα τείχη ζώνη, σε κατεύθυνση δυτική, από τον βορρά έως τον νότο. Βορειότερα το Μαντούκι, στην μέση το Σαρόκκο και τα Φορτιά και νότια, η Γαρίτσα και ο Ανεμόμυλος. Με εξαίρεση τα Φορτιά, που αποτελούν ιδιαίτερη περίπτωση (εφ΄ όσον είναι η μοναδική σχεδιασμένη επέκταση της πόλης), οι υπόλοιπες τέσσερις περιοχές απέκτησαν την σημερινή γραμμική τους ανάπτυξη αυθορμήτως ουσιαστικά από τα μέσα του 18ου αι. και μετά, παρά το ότι υπάρχουν αναφορές και απεικονίσεις και για προηγούμενη ύπαρξή τους.

 

Επιχειρώντας μια αφαιρετική αναδρομή στο χώρο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα Νοτιοανατολικά προάστια προϋφίστανται ίσως και της ίδιας της πόλης, μια και βρίσκονται πάνω στην πιο κοντινή διαδρομή μεταξύ θέσης της αρχαίας πόλης και αρχικής οχυρωμένης οικιστικής συνάθροισης στο Παλιό Φρούριο. Ενδείξεις για μια τέτοια υπόθεση αποτελούν η ύπαρξη: βυζαντινής μονής του 10ου αιώνα, και μεταγενέστερες άλλες εκκλησίες στον Ανεμόμυλο και την Γαρίτσα.

 

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα τα προάστια αυτά συμπεριφέρονται ανεξάρτητα από την πόλη, λόγω της κλειστής μορφής που της είχε επιβληθεί από τους Βενετούς. Εξαίρεση αποτελεί το Σαρόκκο, στο σημερινό κέντρο της πόλης, πάνω στο βασικό άξονα εισόδου στην πόλη, που αναπτύχθηκε σε άμεση σχέση και εξάρτηση από αυτή. H πολεοδομική μορφολογία και στις τέσσερις περιπτώσεις ακολουθεί το γραμμικό μοντέλο ανάπτυξης της πόλης.

 

Στα χρόνια της Βρεττανικής προστασίας διαγράφονται νέες τάσεις ανάπτυξης, ενώ το νησί ακολουθεί τη βιομηχανική επανάσταση στο δημογραφικό, τεχνολογικό και οικονομικό τομέα. Ο ρόλος της πόλης αλλάζει, παύει πια να είναι εκείνος του ισχυρού οχυρού. Με σταδιακές κατεδαφίσεις εξαφανίζονται σημαντικά τμήματα των τειχών, κυρίως των συμπληρωματικών οχυρώσεων. Ο ρόλος του λιμανιού καθορίζει την εξέλιξη της πόλης από εδώ και πέρα. Με την κατεδάφιση της Porta Raimonda (1837) από τους ΄Αγγλους και τη διάνοιξη του παραλιακού δρόμου της Γαρίτσας, καθώς και τις μετέπειτα σταδιακές κατεδαφίσεις τμημάτων τειχών μετά την ΄Ενωση με την Ελλάδα, η πόλη ανεμπόδιστη από τα παλιά όρια, τελικά θα ενωθεί με τα γύρω προάστια κατά τον 20ο αιώνα.

 

Τα ιστορικά προάστια, στην διαχρονική τους εξέλιξη, μαρτυρούν εκτός των άλλων και για την συνέχεια της πόλης από τον 19ο μέχρι τα τέλη του 20ου αι., εφ΄ όσον εδώ εκτονώθηκαν κατά τα χρόνια αυτά όλες οι οικιστικές ή λειτουργικές πιέσεις που δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στον περιορισμένο χώρο της εντός των τειχών πόλης.

 

 

 

Γαρίτσα και Ανεμόμυλος

Είναι συνεχόμενες σήμερα συνοικίες, που αρθρώνονται γραμμικά στο οδικό δίκτυο, από το κέντρο της πόλης προς την Παλαιόπολη. Σηματοδοτούνται από την συνύπαρξή τους με τα εξαιρετικής αρχαιολογικής αξίας ευρήματα της Παλαιόπολης, εφ΄ όσον αναπτύχθηκαν στα ερείπια της αρχαίας πόλης.  Είναι βέβαιο ότι η οδός Κύπρου, ένας από τρεις σήμερα βασικούς δρόμους της Γαρίτσας, διατηρεί την αρχαία της χάραξη, αυτήν που κάποτε οδηγούσε και διέσχιζε το αρχαϊκό και κλασσικό νεκροταφείο της αρχαίας πόλης.

Κατά την περίοδο της Βρεττανικής Προστασίας, μετά την κατεδάφιση της νότιας πύλης των τειχών                      (Porta Raimonda 1837) διανοίχτηκε ο παραλιακός δρόμος αποδίδοντας ένα επιπλέον λιμάνι στην πόλη για τις απαιτήσεις των πρώτων βιομηχανικών μονάδων του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Ο πληθυσμός ήταν χαμηλών εισοδηματικά τάξεων ήδη από τους κλασσικούς χρόνους και είχε σαν κύρια απασχόληση την κατασκευή πήλινων αντικειμένων, την αλιεία και την ναυπηγο-επισκευαστική.

Η εικόνα της Γαρίτσας και του Ανεμόμυλου σήμερα χαρακτηρίζεται από λαϊκή κυρίως δόμηση σε συνεχή μέτωπα, με χαμηλά ισόγεια, διόροφα ή τριόροφα μικρά και κεραμμοσκεπή σπίτια, με μικρούς ή μεγάλους κήπους στο πίσω μέρος. Υπάρχουν λίγες αστικές κατοικίες και αρκετά ενδιαφέροντα δείγματα μεγαλοαστικών μονοκατοικιών, όταν με την βιομηχανική ανάπτυξη εγκαταστάθηκαν εδώ μεγαλοεισοδηματίες και νέα αστική τάξη. Είναι ενδεικτικό για τον οικοδομικό πλούτο των δύο αυτών συνοικιών ότι, εκτός από τους κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους και τα Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία στην περιοχή υπάρχουν 110 νεότερα κτίρια (μετά το 1830), κηρυγμένα ως «ιστορικά διατηρητέα Μνημεία και έργα τέχνης».

 

 

 

Μαντούκι

Αποτελεί αυτόνομη συνοικία στα Βορειοδυτικά παράλια της Παληάς Πόλης, που προϋπήρχε του τειχισμού της πόλης της Κέρκυρας (1588) και αποτελούσε μέρος του Εξωπολίου.

Το Μαντούκι είχε υποδεχτεί κατά την Ενετική περίοδο οικογένειες Κρητών προσφύγων, μετά την πτώση του Χάνδακα στους Μωαμεθανούς (1669) και αργότερα Πελοποννήσιους και Παργινούς πρόσφυγες. Οι κάτοικοι είχαν «θαλασσινά» επαγγέλματα, αλιείς, κατασκευαστές και συντηρητές λέμβων και καϊκιών. Επίσης ασχολήθηκαν με τις μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών. Μέχρι το 1960 η περιοχή αποτελούσε το κυριότερο βιομηχανικό και βιοτεχνικό κέντρο της Κέρκυρας (παραγωγή πυρηνελαίου, σαπουνιού, δερμάτων, πάγου, αλιπάστων και κεραμικών) περιλαμβάνοντας μεγάλο αριθμό βιομηχανικών μονάδων, από τις οποίες μικρό μέρος έχει διατηρηθεί.

Η αρχιτεκτονική του γραμμικού αυτού οικισμού χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή σε συνεχόμενα μέτωπα ισογείων, διορόφων και τριορόφων λαϊκών σπιτιών, με άλλα περισσότερο αστικού χαρακτήρα, που διατηρούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των σπιτιών της πόλης.

Το Μαντούκι έχει σήμερα πάνω από 100 κτίρια, χαρακτηρισμένα ως «ιστορικά διατηρητέα μνημεία και έργα τέχνης», εκτός των σημαντικών εκκλησιών και την Μονή της Πλατυτέρας, όπου ενταφιάστηκε ο Κερκυραίος πολιτικός  και πρώτος Κυβερνήτης της Νεώτερης Ελεύθερης Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας.

 

 

 

 

Σαρόκκο

Δύσκολα αναγνωρίζεται σήμερα ως αυτόνομη συνοικία της πόλης, αλλά περισσότερο αποτελεί το εμπορικό κέντρο της σύγχρονης πόλης, εφ΄ όσον εδώ συγκλίνουν μέχρι σήμερα οι οδικοί άξονες από και προς την ενδοχώρα του νησιού.

 

Η περιοχή του Σαρόκκο, αποτελούσε παραδοσιακά τον χώρο συνάθροισης των κατοίκων της υπαίθρου πριν την είσοδό τους στην εντός των τειχών ιστορική πόλη, δια μέσου της Βασιλικής Πύλης (Porta Reale). Μετά την κατεδάφιση τμημάτων των τειχών, ενοποιήθηκε με αυτήν και συγκέντρωσε όλες τις κεντρικές εμπορικές λειτουργίες της νέας διευρυμένης πόλης που δεν είχαν χώρο να αναπτυχθούν στο εσωτερικό της. Είναι χαρακτηριστική για την εικόνα της περιοχής οι τοξοστοιχίες των ισογείων στα συνεχή κτιριακά μέτωπα των οδών Πολυχρονιού Κωνσταντά και Δονάτου Δημουλίτσα, που περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό κηρυγμένων κτιρίων.

 

 

 

Φορτιά (Νεάπολις)

Είναι αυτόνομη περιοχή κατοικίας, σε άμεση γειτνίαση με την Παληά Πόλη, με χαρακτηριστική πολεοδομική διάθρωση και μορφολογικά στοιχεία. Οι έντονες οικιστικές πιέσεις στα τελευταία χρόνια της Αγγλικής Αρμοστείας της Κέρκυρας οδήγησαν στην εκπόνηση σχεδίου επέκτασης της πόλης, διαπνεόμενο από την κλασσική αντίληψη πολεοδόμησης του 19ου αιώνα (πλατείς λεωφόρους, ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα, μεγάλα πεζοδρόμια, δενδροστοιχίες, κ.λ.π.). Η εφαρμογή του σχεδίου ξεκίνησε μόλις το 1873, μετά την αποχώρηση των Άγγλων και συνδέθηκε με το όνομα του Κερκυραίου αρχιτέκτονα Ιωάννη Χρόνη (1800-1879).

 

Η κυριώτερη οδική αρτηρία του προαστίου είναι η λεωφόρος Αλεξάνδρας, με αναφορές στα παρισινά βουλεβάρτα, περιλαμβάνοντας αρκετά μεγαλοαστικά πολυόροφα κτίρια και επαύλεις.  Τα κτίρια, κεραμοσκεπή, δεν υπερβαίνουν τους τέσσερις (4) ορόφους με σοφίτα (habitante) στο δώμα. Η μορφολογία των όψεων παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, ακολουθώντας τα βασικά νεοκλασσικά στοιχεία, ταινίες, γείσα, πέτρινα πλαίσια, συμμετρία ανοιγμάτων. Χαρακτηριστικά στοιχεία είναι οι πέτρινοι εξώστες με περίτεχνα κικλιδώματα ή πέτρινες μπαλούστρες, τοξωτοί φεγγίτες στο ισόγειο με κιγκλίδωμα, γερμανικά εξώφυλλα και μεγάλη ποικιλία καμινάδων, που χαρίζει γραφικότητα στις κεραμοσκεπείς στέγες γκριζοφαιού χρώματος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

δ. Μεμονωμένα κτίρια

 

Εκτός των προηγούμενων, η ιστορικότητα της περιβάλλουσας την Παληά Πόλη περιοχής εμπλουτίζεται από μεμονωμένα σημαντικά κτίρια που βρίσκονται σε διασπορά και με διαφορετικό τρόπο το καθένα μαρτυρούν για την διαχρονικότητα και την σημασία του χώρου :

 

·       Συγκρότημα «Φυλακών»

Κατασκευάσθηκε κατά την περίοδο της Βρετανικής παρουσίας στο νησί (πρώτο μισό του 19ου αιώνα) και απηχεί το πρότυπο του Πανοπτικού Κτιρίου Εγκλεισμού (Panopticon), όπως αυτό σχεδιάστηκε από τον Άγγλο πολιτικό Jeremy Bentham (Iερεμία Μπένθαμ), με σκοπό τη μεταρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος. Η κεντρική ιδέα του Μπένθαμ ήταν η επιτήρηση των φυλακισμένων, μέσω της άμεσης οπτικής επαφής του δεσμοφύλακα με όλα τα κελιά. Η ιδιαίτερη οργάνωση του χώρου των κτιρίων φυλακής αυτού του τύπου (περίκεντρα οικοδομήματα) για την εξέλιξη των ευρωπαϊκών συστημάτων καταστολής και εγκλεισμού έχει αναλυθεί λεπτομερειακά από φιλοσόφους όπως ο Michel Foucault. H φυλακή της Κέρκυρας, ακόμη σε χρήση, με πολλές προσθήκες στο αρχικό οικοδόμημα, κτίσθηκε λίγο μετά από την εποχή του ριζοσπαστικού Ωφελισμού του Μπένθαμ, όχι ακριβώς πάνω στο πρότυπό του , αλλά με σαφείς επιρροές από αυτό.

·       Μονή Πλατυτέρας (1714)

Σημαντικό Μοναστηριακό συγκρότημα σχετιζόμενο με πολλές επώνυμες οικογένειες (Καποδίστρια). Το κεντρικό αίθριο της Μονής περιβάλλεται στη μία πλευρά από το Καθολικό και στις άλλες τρεις από κελιά μοναχών, οργανωμένα σε ισόγειο και 1ο όροφο. Στο ισόγειο, υπάρχει τρίπλευρη στοά με κεντρικό πηγάδι. Ο Ναός πλουσιότατος με έργα αγιογραφίας μεγάλων ζωγράφων (Καντούνης, Κουτούζης), με επιχρυσωμένο περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ποικιλία σημαντικών εικόνων, έργων Τζάννε, Πουλάκη, Κλόντζα και πολλά πολύτιμα κειμήλια. Πάνω από την κεντρική είσοδο της Μονής υψώνεται πυργοειδές, τετράπλευρο, τρουλοσκέπαστο κωδωνοστάσιο, έργο του 1864.

·       Ναός Αναστάσεως Κοιμητηρίου (1840)

Bάσει σχεδίων του Κερκυραίου αρχιτέκτονα Ιωάννη Χρόνη. Η πρόσοψη του ναού έχει σαφή κλασικιστικό χαρακτήρα, με κεντρικό προστώο τοσκανικού ρυθμού, που επιστέφεται με τριγωνικό αέτωμα. Το επίσης κλασικίζον τέμπλο του (μορφής τετρακίονου Ιωνικού ναού) κοσμείται με εικόνες άλλων ναών της πόλης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται σημαντικά έργα του 16ου, 17ου, 18ου αι.

·       Συγκρότημα Ψυχιατρείου

·       Κτίριο Γηροκομείου

 

 

ε. Χώροι πρασίνου

 

Ανάμεσα στην περιβάλλουσα το Μνημείο περιοχή και την υπόλοιπη σύγχρονη πόλη, μεσολαβούν τρεις σημαντικοί χώροι πρασίνου (λόφος Γηροκομείου, Λόφος Φυλακών, λόφος Αγίων Θεοδώρων), που συγκροτούν ένα είδος φυσικού φράγματος προς την ενδοχώρα.

 

 

 

 

 

2β .      ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

 

 

 

 

 

i.   Μυθολογία

 

 

 

Η ιστορία του νησιού χάνεται στα χρόνια του μύθου. Πολλές και διάφορες ήταν οι ονομασίες με τις οποίες ήταν γνωστό το νησί στην αρχαιότητα. Δρεπάνη ή Μάκρις, ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν λόγω του σχήματός του, είναι οι αρχαιότερες ονομασίες δεμένες με την ελληνική μυθολογία. Η Δρεπάνη ταυτίζεται με το όπλο με το οποίο ο Κρόνος σκότωσε τον πατέρα του, τον Ουρανό.  Άλλες ονομασίες Κασσωπαία, ΄Αργος ή Κέραυνα.

 

Επικράτησε το όνομα Κέρκυρα, το οποίο κατά την μυθολογία οφείλεται στη νύφη Κόρκυρα (Κόρκυρα-Κέρκυρα) κόρη του ποταμού Ασωπού που αγάπησε ο θεός της θάλασσας Ποσειδώνας και την έφερε στο νησί. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Φαίακας που έδωσε ένα από τα μυθολογικά ονόματα στο νησί και στους κατοίκους (Φαιακία-Φαίακες) όνομα που χρησιμοποιεί και ο Όμηρος.

 

Σχερία ονομάστηκε το νησί από τον Όμηρο, αν γίνει βέβαια αποδεκτό ότι η Κέρκυρα ταυτίζεται με το διάσημο νησί των Φαιάκων που περιγράφεται στην Οδύσσεια. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια (Ζ και Η) εξιστορεί μία από τις ωραιότερες περιπέτειες του Οδυσσέα στην Κέρκυρα, με την βασιλοπούλα Ναυσικά, κόρη του βασιλιά των Φαιάκων Αλκινόου.

 

Το όνομα Κέρκυρα επικρατεί τελικά στη νεοελληνική, ενώ το Κόρκυρα προέρχεται από τη δωρική διάλεκτο των αρχαίων κατοίκων της Κορκυραίων. Κορυφώ ή Κορυφή ή Κορφή ή Κορφοί ή Corfu ονομαζόταν κατά το Μεσαίωνα, πιθανά λόγω των δύο οχυρωμένων κορυφών της μεσαιωνικής πόλης. Με το τελευταίο όνομα το νησί είναι γνωστό εκτός Ελλάδας.

 

 

 

 

 

ii  Βασικά ιστορικά γεγονότα     

 

 

Ακολουθεί σύντομη αναφορά στα βασικά ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την εξέλιξη του χώρου του Μνημείου, εφ΄ όσον οι μεταμορφώσεις του κερκυραϊκού αστικού τοπίου ήταν όσες και οι διαφορετικές ιστορικές φάσεις που γνώρισε η πόλη από τον αρχικό της εποικισμό έως σήμερα.

 

w     Α ρ χ α ί ο ι   Χ ρ ό ν ο ι   

 

Σε γειτνιάζουσα θέση με το μετέπειτα κέντρο της ιστορικής πόλης, στη χερσόνησο του Κανονιού, σημερινό προάστιο, εντοπίζεται η θέση της Παλαιόπολης, της πόλης των αρχαίων χρόνων. Η περιοχή φαίνεται ότι κατοικήθηκε ήδη από την προϊστορική περίοδο, όπως δείχνουν τα διάσπαρτα στην περιοχή της Παλαιόπολης

 

και του νεκροταφείου των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, λίθινα τέχνεργα. Η μεγάλη ακμή της πόλης αρχίζει κατά το δεύτερο μισό του 8ου π.Χ. αιώνα με την άφιξη, σε πρώτη φάση, (προαποικιστική φάση), για σύντομο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις πηγές και ορισμένες συγκριτικές αρχαιολογικές ενδείξεις, των Ευβοέων, τους οποίους αρκετοί ταυτίζουν με τους Φαίακες της Οδύσσειας. Στην συνέχεια η ανάπτυξη της πόλης καθορίζεται από την άφιξη των Κορινθίων, (φάση αποικισμού), οι οποίοι θα φέρουν μαζί τους, χαρακτηριστικά δείγματα της κεραμικής τους και τα αρχιτεκτονικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη την μετέπειτα πορεία τους.

 

Η αρχαία πόλη αναπτύχθηκε ανάμεσα σε δύο φυσικά λιμάνια, ήταν περιτειχισμένη και αποκτώντας πλούτο και δύναμη, έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στις εμπορικές συναλλαγές με τη Δύση. Σημαντική μαρτυρία του υψηλού πολιτιστικού επιπέδου της αρχαίας πόλης, αποτελεί ο μεγάλος δωρικός ναός της Αρτέμιδος (διαστάσεων  47,50 Χ 22 μ.) κατασκευασμένος από πωρόλιθο στις αρχές του 6ου αιώνα (590-80 π.Χ), του οποίου το ανάγλυφο δυτικό αέτωμα καταλογίζεται ως ένα από τα μοναδικά έργα τέχνης της κλασσικής αρχαιότητας. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο η περιοχή της αρχαίας πόλης μετατράπηκε σε μια τεράστια ρωμαϊκή συνοικία, με πολυτελείς λουτρικές εγκαταστάσεις.

 

Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή περίοδος  

Η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (337 μ.Χ.) βρίσκει την Κέρκυρα στο ανατολικό τμήμα του κράτους, που αργότερα εξελίχθηκε σε βυζαντινή αυτοκρατορία. Η νέα θρησκεία διαδόθηκε στο νησί, από τους μαθητές του Απόστολου Παύλου, Ιάσονα και Σωσίπατρο (μετέπειτα Άγιους).

 

Στους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν, το νησί πλήγηκε από σειρά επιδρομών Βανδάλων, Γότθων και Σαρακηνών (Αράβων), από τον 5ο - 7ο και τον 9ο  αιώνα μ.Χ.  Μετά την επιδρομή των Γότθων του Τωτίλα το 551 μ.Χ. η θέση της αρχαίας πόλης σταδιακά εγκαταλείπεται (ποτέ ολοκληρωτικά) και οι κάτοικοι αναζητούν πιο ασφαλές καταφύγιο στην φυσικά οχυρή θέση του σημερινού Παλαιού Φρουρίου, με την χαρακτηριστική μορφολογία των δύο επιβλητικών βράχων, στοιχείο που προσδιόρισε την ονομασία της νέας πόλης. Με την ονομασία "Κορυφώ", "Κορφοί", που στην δύση επικράτησε ως "Corfu", αναπτύχθηκε η μεσαιωνική πόλη, ακολουθώντας τις τύχες και τις αγωνίες του Βυζαντινού Κράτους ανά τους αιώνες, όντας αναπόσπαστο κομμάτι της Αυτοκρατορίας. Οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές διατηρημένες έως σήμερα, τα βυζαντινά κάστρα, τα διάσπαρτα εκκλησιαστικά μνημεία και οι γραπτές ιστορικές αναφορές, καθορίζουν το περίγραμμα της βυζαντινής περιόδου του νησιού.

 

Η σταδιακή αποδυνάμωση του Βυζαντινού Κράτους και η παράλληλη ενίσχυση των δυνάμεων της Δύσης καθιστούν την Κέρκυρα αντικείμενο συνεχών διεκδικήσεων.  Από το 1081 μέχρι το 1202, το νησί διοικείται εναλλάξ από τους Βυζαντινούς και τους Νορμανδούς. Η 4η Σταυροφορία (1202 - 1204) αλλάζει ριζικά το σκηνικό στον ελληνικό χώρο, με την υποταγή του Βυζαντινού κράτους στους Φράγκους. Η Κέρκυρα περιήλθε στους Βενετούς (1207-1214), που διαίρεσαν το νησί σε 10 τιμάρια και τα παραχώρησαν σε Βενετούς ευγενείς, με την υποχρέωση καταβολής ετήσιου φόρου στην Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας και την υποχρέωση συντήρησης των οχυρώσεων. Ταυτόχρονα δόθηκαν προνόμια στους Βενετούς εμπόρους του νησιού, κάποιες ελευθερίες στους κατοίκους, όπως και το δικαίωμα διατήρησης της ορθόδοξης θρησκείας, με την προϋπόθεση της πίστης τους στην Βενετία.

 

Το 1214 η Κέρκυρα αποσπάστηκε από τους Βενετούς και προσαρτήθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, ένα από τα τρία ανεξάρτητα μεταβυζαντινά κράτη (μαζί με την Νίκαια και την Τραπεζούντα), στην κατοχή του οποίου παρέμεινε με την υποστήριξη των Κερκυραίων, λόγω της παροχής πολλών προνομίων (φορολογικές απαλλαγές, ανεξαρτησία κλήρου, ενισχύσεις της οχύρωσης) και χωρίς σοβαρή απειλή από τους Βενετούς, οι οποίοι εξακολούθησαν να ασκούν το εμπόριό τους στις περιοχές αυτές. Οι καλύτερες ημέρες για τους κατοίκους όμως δεν επρόκειτο να κρατήσουν για πολύ και το 1267 η Κέρκυρα περιήλθε στην κυριαρχία του ανδηγαυικού βασιλείου της Σικελίας (Κάρολος Α΄ d' Anjou, βασιλεύς της Νεαπόλεως και των δύο Σικελιών).

 

w Η  κυριαρχία των Ανδηγαβών (1267-1386)

Η περίοδος αυτή, που κράτησε πάνω από εκατό χρόνια, σηματοδοτήθηκε με διωγμούς και ταπείνωση για την ορθόδοξη εκκλησία, σε μία προσπάθεια βίαιης επιβολής του καθολικισμού, (κατάργηση του αξιώματος του Μητροπολίτη, μετατροπή των κυριοτέρων εκκλησιών σε καθολικές). Παράλληλα, εγκαθιδρύθηκε νέα διοικητική οργάνωση του νησιού για να εξυπηρετηθεί ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής που επικρατούσε στην Ευρώπη.

 

Οι εσωτερικές αντιθέσεις των Ανδηγαυών αργότερα, οι εμφύλιοι πόλεμοι στην Νεάπολη και ο αντίκτυπός τους στην Κέρκυρα, μαζί με την γενική δυσαρέσκεια των Κερκυραίων έδωσαν έδαφος στις διαρκείς βλέψεις της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας να αποκτήσει το νησί, με αποτέλεσμα την παράδοση της πόλης στον Βενετό στόλαρχο της Αδριατικής, το 1386, την στιγμή της πολιορκίας της από δυνάμεις του ηγεμόνα της Πάδοβα. Τυπικά, η Βενετία νομιμοποίησε την εξουσία της στο νησί το 1402, αγοράζοντάς το από το βασίλειο της Νεαπόλεως, για 30.000 χρυσά δουκάτα.

 

w Η Βενετική Κυριαρχία (1386-1797)

Οι τέσσερις αιώνες κατά τους οποίους η Κέρκυρα διοικήθηκε από την Βενετία, αποδέχοντάς την ως "άρχοντα-προστάτη", προσδιόρισαν κατά κύριο λόγο την ιδιαιτερότητα των χαρακτηριστικών του νησιού, εφ΄ όσον σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, αυτό δεν γνώρισε ποτέ τον Οθωμανικό ζυγό.

 

Οι Βενετοί παρέλαβαν ένα νησί με ισχυρή αριστοκρατία και φεουδαρχικό σύστημα τα οποία διατήρησαν και ισχυροποίησαν, αποδίδοντας τα ανώτερα αξιώματα σε ευγενείς Βενετούς με διετή θητεία και οργανώνοντας τοπικό σώμα ευγενών, με ένα αυστηρότατο σύστημα ελέγχου της εισόδου στην κλειστή αυτή τάξη (Libro d' oro). Συγκεντρωτισμός και αναγνώριση μιας σχετικής αυτονομίας, η οποία ουσιαστικά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα  της αριστοκρατίας του τόπου, αποτελούσαν τα βασικά χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης των Βενετών. Η μεγάλη σημασία που απέδιδαν στην γεωγραφική θέση της Κέρκυρας προορίζοντάς την για πόλη - βάση της Αδριατικής και της Ανατολικής Μεσογείου, του δρόμου προς την Ανατολή, στην ανάπτυξη του εμπορίου, είχε σαν αποτέλεσμα την υλοποίηση ενός σημαντικού μεγέθους εξελισσόμενου προγράμματος οχυρωματικών έργων, που θα την εξασφάλιζε από τις τουρκικές κυρίως επιθέσεις.

 

Αρκετά από τα σημαντικότερα ονόματα αρχιτεκτόνων και μηχανικών  της οχυρωματικής τέχνης που διέθετε στην υπηρεσία της η Γαληνοτάτη, μετακλήθηκαν στην Κέρκυρα για τον σκοπό αυτό και μεταφέροντας εμπειρίες από την οχύρωση των ιταλικών πόλεων, μετέτρεψαν την πόλη σε ένα απέραντο εργοτάξιο, ισοπεδώθηκαν βουνά, ανοίχτηκαν λιμάνια, κατασκευάστηκαν ναύσταθμοι, υψώθηκαν τείχη και φρούρια, αποδεικνύοντας τον

 

θρίαμβο της τέχνης πάνω στη φύση. Σαν αντάλλαγμα για την ασφάλεια που προσέφεραν οι Βενετοί απαιτούσαν από τους κατοίκους αυστηρή υπακοή. Αντίθετα, κατανόηση και ανοχή χαρακτηρίζουν την στάση της Γαληνοτάτης απέναντι στην ορθόδοξη εκκλησία, λόγω κυρίως της τάσης της να ανεξαρτητοποιηθεί από τον Πάπα. Τα οικονομικά οφέλη της Βενετίας από την Κέρκυρα προέρχονται κυρίως από την φορολογία, τον έλεγχο του διαμετακομιστικού εμπορίου, την ενοικίαση δημοσίων κτημάτων, το μονοπώλιο του άλατος και σε μεγάλο βαθμό από την ελαιοκαλλιέργεια που πριμοδοτήθηκε ιδιαίτερα.

 

Η περίοδος των τεσσάρων αιώνων δεν ήταν ειρηνική για την Κέρκυρα. Μία πρώτη επίθεση της Γένοβας, που δεν είχε ποτέ παραιτηθεί από τις βλέψεις της στο νησί, το 1403 και μία δεύτερη το 1431, ερήμωσαν τα χωριά της υπαίθρου, η πόλη εκτός φρουρίου πυρπολήθηκε, αλλά το οχυρωμένο φρούριο τους απώθησε. Οι πολλαπλές απόπειρες των Τούρκων να καταλάβουν την πόλη, 1431, 1537, 1571, 1573, 1716, παρά το ότι όλες ήταν ανεπιτυχείς, είχαν φοβερές καταστροφικές συνέπειες για τους εκτός φρουρίου κατοίκους της πόλης, αλλά και για όλα τα χωριά της υπαίθρου, με εκτεταμένες σφαγές, αιχμαλωσίες, πυρπολισμούς. Η σοβαρή μείωση του πληθυσμού εξ΄αιτίας των επιδρομών, που επιδεινώθηκε από δύο εκτεταμένες επιδημίες πανούκλας (1629 και 1673) αντιμετωπίστηκε από την Βενετία με μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών από άλλες περιοχές, την Κωνσταντινούπολη, την Ήπειρο, το Ναύπλιο, την Κρήτη. Ακόμη, σοβαρές εσωτερικές ταραχές συγκλόνισαν την Κέρκυρα κατά τον 17ο αιώνα και ήταν αιτία αφ΄ ενός μεν για χιλιάδες θύματα, αλλά και για την γενικότερη οικονομική και αμυντική αποδυνάμωση του νησιού. Μία πρώτη αναταραχή το 1610, που ακολούθησε την άρνηση των χωρικών να καταβάλουν τα μερίδια τους από την παραγωγή, οδήγησε σε πραγματική επανάσταση το 1640, που αναζωπυρώθηκε το 1642, και 1652, τις οποίες κατέστειλε η Βενετική Διοίκηση, καλώντας δυνάμεις στρατού από την Βενετία.

 

w Η  περίοδος των Γάλλων Δημοκρατικών (1797-1799)

Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης έφθασαν γρήγορα στην Κέρκυρα, όπου μεταδόθηκε ο πόθος για εθνική ανεξαρτησία και εγκαθίδρυση μιας Ελληνικής Δημοκρατίας στα Ιόνια Νησιά. Έτσι οι κάτοικοι δέχτηκαν την κατάληψη του νησιού από το Γαλλικό στόλο, σαν απελευθέρωση από τον μακρύχρονο Βενετικό ζυγό. Οι εντυπώσεις ευφορίας όμως γρήγορα διαψεύστηκαν, εφ΄ όσον η διορισμένη διοίκηση του νησιού ήταν πάλι από την τάξη των ευγενών και η οικονομική απομύζηση που τους επιβλήθηκε ήταν ισχυρότερη από την προηγούμενη. Μετά την συνθήκη του Καμποφόρμιο, με την οποία τα Ιόνια Νησιά αποτελούσαν αποικία του Γαλλικού κράτους, και εξ΄αιτίας των κατασχέσεων και της κακής συμπεριφοράς των Γάλλων στρατιωτών, που μένοντας απλήρωτοι άρχισαν να λεηλατούν εκκλησίες, ο λαός θεώρησε την γαλλική κατοχή χειρότερη από την βενετική και στράφηκε εναντίον της.

 

w Η Ρωσσοτουρκική κατοχή και η Επτάνησος Πολιτεία (1799-1807)

Το κλίμα δυσαρέσκειας των κατοίκων και η προπαγάνδα της ρωσοτουρκικής συμμαχίας κατά των "άθεων Γάλλων", οδήγησε τους τελευταίους σε αναγκαστική ανακωχή με τον ρωσικό στόλο, μετά από αντίσταση και συνεχείς συγκρούσεις τεσσάρων μηνών. Τα Ιόνια νησιά παραδόθηκαν στους αρχηγούς των δύο σύμμαχων στόλων. Στις 24 Απριλίου 1799, οι δύο ναύαρχοι ανακοίνωσαν την ίδρυση της "Επτανήσου Πολιτείας", με πρωτεύουσα την Κέρκυρα και με την σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως (21 Μαϊου 1800), που υπέγραψαν η Ρωσία, η Τουρκία και η Μεγάλη Βρετανία, τα Ιόνια Νησιά αναγνωρίζονταν σαν αυτόνομο ενιαίο κράτος, φόρου υποτελές στην Τουρκία.

 

Το σύνταγμα του 1800, που επανέφερε την παλαιά μορφή του αριστοκρατικού πολιτεύματος όπως και η ενοχλητική παρουσία ξένων στρατευμάτων, και ιδιαίτερα των Τούρκων, δημιούργησαν συνθήκες κοινωνικών αναταραχών, που ούτε οι εκλογές αντιπροσώπων του 1801, ούτε η σύνταξη δημοκρατικότερου συντάγματος το 1803, ούτε η αναθεώρησή του το 1806, κατάφεραν να κατευνάσουν. Ακολούθησε η κήρυξη του ρωσσοτουρκικού πολέμου και η Επτάνησος Πολιτεία βρέθηκε στο πλευρό της Ρωσίας, για να παραχωρηθεί τελικά με την συνθήκη του Τίλσιτ (1807) στην Γαλλία.

 

w Η κατοχή  από  τους Αυτοκρατορικούς  Γάλλους (1807-1814)

Η περίοδος της δεύτερης Γαλλικής κατοχής δίνοντας έμφαση στην βελτίωση της γεωργίας, στην εισαγωγή νέων καλλιεργειών, στην ανάπτυξη της παιδείας (ίδρυση της Ιονίου Ακαδημίας), στην οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών και στην ανοικοδόμηση της πόλης άφησε θετική ανάμνηση στους κατοίκους. Η πτώση του Ναπολέοντα (1814), αποδυνάμωσε την Γαλλική κατοχή των Επτανήσων, αιτία που οδήγησε στην εύκολη απομάκρυνση των γαλλικών στρατευμάτων και την παράδοση των νησιών στους Άγγλους.

 

w Βρετανική  προστασία (1814-1864)

Παρά το ότι το αίτημα των Επτανησίων για απόδοση ανεξαρτησίας στην Πολιτεία τους υποστηρίχθηκε σθεναρά στο συνέδριο της Βιέννης (1815, Ρωσία, Μ. Βρετανία, Αυστρία, Πρωσία) από τον Ιωάννη Καποδίστρια, (κερκυραίο διπλωμάτη και αργότερα πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας), που συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Ρωσίας, δεν έγινε αποδεκτό από τα υπόλοιπα κράτη.

 

Με την συνθήκη των Παρισίων (1815), τα "Ενωμένα κράτη των Ιονίων Νήσων" αναγνωρίστηκαν σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος, κάτω από την άμεση και αποκλειστική προστασία της Μεγάλης Βρετανίας. Γρήγορα αποδείχθηκε ότι η προστασία ήταν στην πράξη επικυριαρχία. Σε αντίθεση με το φιλελληνικό πνεύμα του Λονδίνου, η αγγλική διοίκηση των νησιών αντιμετώπιζε με τρομοκρατικά μέτρα τόσο τις εκδηλώσεις συμμετοχής των επτανησίων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, όσο και το Ενωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε, μετά την δημιουργία του Ελληνικού κράτους. Παρ΄ όλα αυτά, η περίοδος της αγγλοκρατίας της Κέρκυρας παρουσιάζει πολλά θετικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων ήταν  η ανόρθωση της οικονομίας, η κατασκευή σημαντικών έργων κοινής ωφέλειας, όπως το οδικό δίκτυο και το υδραγωγείο της πόλης. Παράλληλα οργανώθηκε η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες και λειτούργησε μια νέα Ιόνιος Ακαδημία, το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, που ιδρύθηκε το 1824. 

 

w Η ενσωμάτωση της Κέρκυρας στο Ελληνικό Κράτος (1864)

Η εκχώρηση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα προσφέρθηκε σαν αντάλλαγμα για την εκλογή βασιλέως της εμπιστοσύνης της Μ. Βρετανίας. Η Κέρκυρα θα πάψει να είναι πρωτεύουσα του Ιονίου κράτους και θα δει το Πανεπιστήμιό της και την Βουλή της να κλείνουν μέσα στον ενθουσιασμό της Ενώσεως. Στο εξής θα αποτελεί μία Νομαρχία του Ελληνικού Κράτους.

 

Λόγω της γεωγραφικής της θέσης ωστόσο, θα είναι η βάση των συμμαχικών στρατευμάτων το 1916-18, φιλοξενώντας την εξόριστη Σερβική κυβέρνηση με τα υπολείμματα του στρατού της. Για μια διετία η Κέρκυρα υπήρξε η πρωτεύουσα του Σέρβικου κράτους, υπό τον πρωθυπουργό Πάσιτς. Στους Σέρβους, παραχωρήθηκε το Δημοτικό Θέατρο για συνεδριάσεις, μέσα στο οποίο γράφτηκε η Διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Μεγάλης

 

Γιουγκοσλαβίας, καθώς επίσης και η εκκλησία του Αγ. Νικολάου των Γερόντων, όπου λειτουργούσαν σε σέρβικη γλώσσα. Τέλος, οι Σέρβοι εξέδωσαν στην Κέρκυρα δική τους Εφημερίδα σε σέρβικη γλώσσα, σε ειδικό Τυπογραφείο, που μεταφέρθηκε εκεί από τη Γαλλική Αρχή Κατοχής.

 

Το 1923, το νησί διεκδικείται με μία σύντομη κατάληψη από τα ιταλικά στρατεύματα και το  1940-43 δοκιμάζεται από τους βομβαρδισμούς των εμπολέμων, οπότε καταστρέφεται το θέατρο και η σημαντικότατη βιβλιοθήκη της πόλης.

 

 

 

 

 

iii  Κοινωνική Ιστορία

 

 

 

 

Η Κέρκυρα παρουσιάζεται σε όλη την ιστορία της σαν ένας σταθμός μεταξύ του κυρίου σώματος του ελληνικού κόσμου και των πολιτισμών που αναπτύσσονται πέρα από την Αδριατική θάλασσα, στην Ιταλική χερσόνησο, αλλά και των πολιτισμών που αναπτύσσονται στην Ιλλυρική χερσόνησο και την ενδοχώρα της.  Η λειτουργία της αυτή ως σταθμού χαρακτηρίζεται από τις ανταλλαγές και τις μετακινήσεις ανθρώπων και αγαθών μεταξύ αυτών των πολιτιστικών συνόλων (που ποτέ δεν υπήρξαν αδιάβροχα), και της αποδίδει έναν στρατηγικό ρόλο, αφού η πολιτική εξουσία που θα έδρευε σ’ αυτήν θα μπορούσε να ασκεί τον έλεγχο του περάσματος στο οποίο, κατά φυσικό τρόπο, είναι τοποθετημένη. Η ίδια αυτή λειτουργία, «του σταθμού», συνοδεύεται και από την, κατά καιρούς, υποδοχή ανθρώπων από τις περιοχές που εμπλέκονται με το πέρασμα από το νησί, δηλαδή των Ιλλυρίων, των Ελλήνων και των Ιταλών.

 

Η θέση της και ο ρόλος αυτός που της αποδόθηκε την έκαναν για αιώνες μια περιοχή ελάχιστα αγροτική, αλλά κυρίως μεταπρατική και νήσο υπηρεσιών, που εγκατέλειπε την ενδοχώρα της για να είναι στραμμένη στα παράλιά της. Μόνο όταν η Μεσόγειος «κλείσει» για μια περίοδο και ελεγχθεί από τους Άραβες εις βάρος του βυζαντινού κράτους, η πόλη της Κέρκυρας, όπως και τόσες άλλες περιοχές του κράτους, θα στραφεί προς την ενδοχώρα της και θα αναζητήσει σ’ αυτήν ένα τρόπο για να εξασφαλίσει τη σιτιστική αυτάρκειά της και την κάπως ασφαλή επένδυση του πλούτου της. Σ’ αυτήν τη συγκυρία αναπτύσσεται το κερκυραϊκό χωριό μαζί με τους μηχανισμούς παραγωγής του, για να γίνει με τη σειρά του ένας παράγοντας της ιστορίας του νησιού και να αποκτήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έναν ρόλο εξίσου σημαντικό μ’ εκείνον της πόλης, που θα κρατήσει μέχρι τις μέρες μας.

 

Η γεωγραφία της Κέρκυρας, αν και γεωλογικά συγγενής μ’ εκείνη της απέναντι ηπειρωτικής ακτής, δεν χαρακτηρίζεται από απαγορευτικούς ορεινούς όγκους, ούτε από ένα δριμύ κλίμα. Δασώδης αλλά όχι απροσπέλαστη, προσφέρεται για εγκατάσταση, χωρίς η γεωμορφολογία της - από το νησί απουσιάζουν εντελώς οι χαράδρες - να επιτρέπει τη δημιουργία κλειστών και απομονωμένων οικιστικών συνόλων με απαγορευτικούς διαχωρισμούς σε ορεινούς και πεδινούς, ή την ανάπτυξη ξεχωριστών πολιτιστικών συνόλων. Το νησί είναι περικυκλωμένο από παραλίες εύκολα προσβάσιμες από τη θάλασσα, που όλες τους οδηγούν

 

μέσα από σχετικά βατά μονοπάτια στο εσωτερικό του νησιού και μάλιστα στα πιο ορεινά του διαμερίσματα μόνο με μερικές ώρες πεζοπορίας. Η θάλασσα ήταν πάντα για την Κέρκυρα ο προσανατολισμός της, αφού τόσο τα ευρήματα ηλικίας 6.000 ετών π.Χ. ανήκουν σε μια παραθαλάσσια περιοχή στραμμένη δυτικά, όσο και τα νεότερα ευρήματα του 2.000 π.Χ. μαρτυρούν οικισμούς με θαλάσσιο προσανατολισμό και μάλιστα δυτικό. Ο ορεινός εσωτερικός χώρος δεν παρουσιάζεται καθόλου ελκυστικός για τους παλιούς αυτούς κατοίκους του νησιού.

 

Οι Έλληνες θα εντάξουν το νησί στο γεωπολιτικό τους σύστημα από πολύ νωρίς, από τον πρώτο αποικισμό τους τον 9ο και 8ο π.Χ. αιώνα και θα αναγνωρίζουν την Κέρκυρα ως μια πόλη στραμμένη προς τον δικό τους κόσμο, ανατολικά και νότια. Ο Όμηρος και οι ιστορίες του, οι μυθολογικοί κύκλοι, δεν είναι χωρίς δεσμούς με την πραγματικότητα. Τόσο το ταξίδι του Οδυσσέα σ’ αυτό το σχεδόν μυθικό νησί των Φαιάκων, όσο και η παράδοση που θέλει τον άλλο μεγάλο εξερευνητή της αρχαιότητας τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες του να περνούν από την Κέρκυρα, μαρτυρούν πως ο κερκυραϊκός χώρος πολύ έγκαιρα αρχίζει να μορφοποιεί τον χαρακτήρα που αναφέραμε παραπάνω, δηλαδή αυτού του σταθμού μεταξύ του ελληνικού κόσμου (που τον 9ο και 8ο π.Χ. αιώνα εκρήγνυται αναπτυξιακά) και των κόσμων στους οποίους προσπαθεί να επεκταθεί, δηλαδή τους ιταλιωτικούς και τους ιλλυρικούς. Η παρουσία του Οδυσσέα και του Ιάσονα στην Κέρκυρα αποτελούν μια γεωπολιτική σύλληψη των ανθρώπων της εποχής, ένα τρόπο δηλαδή να εντάξουν την Σχερία στο οικονομικό και πολιτιστικό σύστημά τους. Οι Κορίνθιοι που αποικούν ευθέως το νησί το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα, προχωρούν βήματα πιο μακριά. Καταλαμβάνουν ένα μέρος της Κέρκυρας εντάσσοντάς την οριστικά στο πολιτικό και εξουσιαστικό τους σύστημα. Το γεγονός διατηρεί τις συνέπειές του έως σήμερα.

 

Η αρχαία πόλη της Κέρκυρας, ήταν πάντα μια ελληνική πόλη, πλούσια από τις ανταλλαγές της και τις καινοτομίες της, που συμμετέχει στις καλές και τις κακές στιγμές του ελληνικού πολιτισμού της. Μια από τις χειρότερες ήταν ο μεγάλος πόλεμος από τον οποίον δεν συνήλθαν εντελώς ποτέ οι ελληνικές πόλεις, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο έδειξε και τα όρια της πόλης - κράτους, που ήταν οι διαμάχες των παρατάξεών τους και η αδυναμία τους να συγκροτήσουν συμπαγή πολιτικά συστήματα, όπως κατάφεραν να κάνουν τα αρχικά περιθωριακά κράτη των Μακεδόνων και των Ρωμαίων. Το δίλημμα για την Κέρκυρα - πόλη ήταν από ποιους θα απορροφώνταν, από τους Ρωμαίους ή τους Μακεδόνες. Και οι Ρωμαίοι ήταν πιο κοντά (229 π.χ.).

 

Αν, όμως η κακιά στιγμή του ελληνικού πολιτισμού ήταν οι πολιτικές αδυναμίες του, η καλή στιγμή ήταν σίγουρα ο πολιτισμός του. Και η Κέρκυρα επωφελήθηκε κυρίως απ’ αυτόν και το κύριο χαρακτηριστικό του που ήταν η επιμονή στην επιβίωσή του. Μέρος μιας λατινικής αυτοκρατορίας η Κέρκυρα θα είναι ελληνόφωνη και εμμένουσα στον χαρακτήρα της και στην αφοσίωση στους θεσμούς της, που χαρακτήρισε όλες τις ελληνικές πόλεις, μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Η κερκυραϊκή πόλη θα αναπαράγει για αιώνες ρωμαϊκής πολιτικής εξουσίας τους δημοκρατικούς θεσμούς που χαρακτήριζαν κάθε ελληνική πόλη, με τα βουλευτήριά τους, τους ευπατρίδες τους, την εμμονή τους στο θέατρο και τη ρητορική. Οι ρόλοι από τα χρόνια της ελληνικής ελευθερίας θα είναι μόνον ελαφρώς αλλαγμένοι και η πόλη θα παραμένει «ο σταθμός» που ήταν πάντα.

 

Ο χριστιανισμός, η δεύτερη μετά την αυτοκρατορική, ενοποιητική ιδεολογία του ρωμαϊκού κράτους, θα έχει όπως είναι γνωστό τη λατινική του και την ελληνική του έκφραση. Η Κέρκυρα είναι δεμένη με τη δεύτερη απ’ αυτές, ανεξαρτήτως της διοικητικής εκκλησιαστικής γεωγραφίας, που ίσως ορισμένες στιγμές την υπήγαγε στα

 

δυτικά διαμερίσματα, όπως άλλωστε συνέβη και με την διοικητική γεωγραφία που για μια περίοδο τουλάχιστον την είχε εντάξει στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Το νησί θα παραμείνει κυρίως τμήμα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, όσον τουλάχιστον αυτή υπήρχε. Αν εξαιρέσουμε την μεγάλη ελληνική παράδοση που προερχόταν από την αρχαιότητα, η σημερινή φυσιογνωμία του νησιού οφείλεται στην βυζαντινή περίοδο της ιστορίας του, εφ΄ όσον το χαρακτηριστικό της βυζαντινής οργάνωσης του χώρου είναι η πολιτεία των χωριών του. Μια σημασία της υπαίθρου που υποβαθμίζει ελαφρώς τη σημασία των πόλεων, περιορίζοντάς τες στην περίμετρό τους ή καμιά φορά εγκαταλείποντάς τες και εντελώς. Οι λόγοι είναι φυσικά πολλοί και ένας απ’ αυτούς είναι η περιορισμένη ασφάλεια που πρόσφεραν οι πόλεις των συνόρων. Συχνά αυτές μετατρέπονται σε κάστρα και μετακομίζουν σε υψώματα.

 

Η Βυζαντινή πόλη της Κέρκυρας είναι βέβαιο πως μετακινήθηκε σ’ ένα ύψωμα αφήνοντας την παλιά της βάση που απλωνόταν δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα χωρίς καμιά υψομετρική προστασία. Σε σχέση με την αρχαία πόλη, η βυζαντινή είναι βέβαια συρρικνωμένη και απρόσιτη, πάνω σε μια κορφή. Δεν πρέπει να είχε τίποτα το ελκυστικό παρά μόνο την ασφάλειά της. Διόλου γνωστά κτίσματα, ούτε τα παλιά χρονικά αναφέρουν τίποτα αλλά και η ίδια η αρχαιολογία δεν έχει αποκαλύψει, έως σήμερα τουλάχιστον τίποτα το συγκρίσιμο με τους ωραίους αρχαίους ναούς της παγανιστικής λατρείας, ούτε με τις μεγαλοπρεπείς και φιλόδοξες βασιλικές που μπορούμε να δούμε ακόμα και σήμερα στην Παλαιόπολη, στην αρχαία δηλαδή πόλη της Κέρκυρας. Φυσικά τα φρούρια που φυλάσσουν ακόμα τα θεμέλια της μεσαιωνικής Κέρκυρας, υπέστησαν πολλές μεταβολές και διαρκείς αναδομήσεις για να αφήσουν ευδιάκριτα ίχνη κτιρίων και μόνο τα θεμέλια θα μπορούσαμε να βρούμε σήμερα.

 

Το βέβαιο είναι όμως ότι έχουμε μια επέκταση του καλλιεργούμενου χώρου εκτός των τειχών αφού οι κοινότητες χωρικών πολλαπλασιάζονται σ’ όλη την επιφάνεια του νησιού, αν κρίνουμε από τα Βυζαντινά κάστρα που διατηρούνται για να τις προστατεύουν. Κασσιώπη, Αγγελόκαστρο, Γαρδίκι και φυσικά το ίδιο το Παλαιό Φρούριο, που ήταν η μεσαιωνική πόλη. Η ύπαιθρος θα χρησιμεύσει και στην ανάπτυξη αρχόντων ως ισχυρών της γης και της διοίκησης. Οι βυζαντινοί άρχοντες δεν ήταν μόνο κάτοικοι της πόλης, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε τη διασπορά τους σ’ όλη την ύπαιθρο. Αυτό το κοινωνικό στρώμα θα χρησιμοποιήσει και η αριστοκρατία που θα έρθει με την κατάκτηση των Ανδηγαυών, ενός γαλλικού κλάδου που είχε κυριαρχήσει στην Σικελία και το βασίλειο της Νάπολης.

 

Άρχοντες οι βυζαντινοί, φεουδάρχες οι δυτικοί, η κυρίαρχη ομάδα που θα προκύψει ήταν ενιαία: ισχυροί κάτοχοι της γης, με διαπλοκή στο πολιτικό παιχνίδι που κυρίως παιζόταν στην πόλη. Οι πιο χαμένοι, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της ανδηγαυικής κατάκτησης, που ήταν φιλοπαπική (και είχε βοηθήσει τον πάπα σε μια από τις ατελείωτες διαμάχες με την γερμανική αυτοκρατορία), ήταν η ορθόδοξη εκκλησία, που χάνει τις περιουσίες της προς όφελος του αντικαταστάτη της και ορισμένες επιφανείς αρχοντικές οικογένειες, που είναι ανοιχτά αντιανδηγαυικές και περνούν απέναντι, στο ελληνικό δεσποτάτο της Ηπείρου.

 

Κατά τα άλλα, οι μεσαιωνικές σταθερές. Πολυσήμαντος ο ρόλος της κατοχής της γης (φορολογικός και εξουσιαστικός) και των κατόχων της, διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας μαζί τους και εκκοσμίκευση της εκκλησίας μέσα από τις ιδιοκτησίες της, που την καθιστούν ένα ουσιαστικό πολιτικό παράγοντα. Ένας άλλος ρόλος, αυτός της εμπορίας, παραμένει βέβαια στους εμπόρους, τάξη συνδεδεμένη και αυτή με την φεουδαρχία της γης ή γενικότερα με τη γη στην οποία συχνά επενδύεται ό,τι κερδίζεται σε ταξίδια.

 

 

Οι ανδηγαυικές δυνάμεις θα αντικατασταθούν από τις βενετικές όταν για λόγους ριζικής αλλαγής της πολιτικής τους δεν αποσκοπούν άλλο στην Κέρκυρα. Η ανακατάληψη της βυζαντινής αυτοκρατορίας ή έστω ηπειρωτικών τμημάτων της ξεπερνιέται και έτσι η κατοχή της Κέρκυρας που θα χρησιμοποιούνταν ως βάση, δεν είχε πια για τους Ανδηγαυούς ιδιαίτερο νόημα.

 

Νόημα αποκτά όμως για το Βενετικό κράτος, που έχει κάθε λόγο, αλλά και τις δυνάμεις, να θέλει να ελέγχει τις διαδρομές Βενετία-Κωνσταντινούπολη (1386). Η βενετική πολιτική παρουσία θα έχει μεγάλες συνέπειες για την ιστορία της Κέρκυρας, αφού από την μια μεριά αφήνει σχεδόν άθικτο τον ελληνικό πολιτισμό του νησιού, δηλαδή την ύπαιθρο -περιορίζεται απλώς να ελέγχει ό,τι θα μπορούσε να απειλήσει την κρατική ασφάλεια- ενώ από την άλλη μεριά πολιτικοποιεί τις οικονομικές δυνάμεις του νησιού, το σημαντικότερο τμήμα των οποίων είναι ελληνικές οικογένειες. Η ελίτ που θα σχηματισθεί προέρχεται από τους ιδιοκτήτες γης που θα εγκατασταθούν στην πόλη για να συγκροτήσουν τις τοπικές αρχές. Οι οικογένειες αυτές με τα χρόνια θα πολλαπλασιασθούν και θα αποτελέσουν μια πραγματική πολιτεία.

 

Η ίδια η πόλη, τα χρόνια της Ενετικής κυριαρχίας, που εκτός από την παλιά βυζαντινή εγκατάσταση απλώνεται βαθμηδόν γύρω από το βυζαντινό κάστρο καταλαμβάνοντας τον χώρο της γύρω υπαίθρου, γίνεται το σύμβολο της νέας εξουσίας, της βενετικής αριστοκρατίας που αναπαρίσταται ως το σώμα του κράτους, θεωρώντας την πόλη της Κέρκυρας ως την καρδιά του. Η μεταφορά σε πολιτικό επίπεδο αυτής ιατρικής διαπίστωσης μεταφράζει την οργανική θέση που έχει η Κέρκυρα σ’ ένα ευρύτερο κρατικό μόρφωμα. Η πόλη δεν μπορούσε παρά να σχεδιασθεί σύμφωνα μ’ αυτήν την αντίληψη. Τα τείχη διευρύνθηκαν για να περιλάβουν και τους οικισμούς που βρίσκονταν έξω από την Παληά Πόλη, αφού φροντίδα της νέας εξουσίας ήταν να προστατεύει όλους τους «πολίτες» της. Ας σημειωθεί ότι αυτός ο όρος χρησιμοποιείται τώρα ευρέως για να αντικαταστήσει τον όρο υπήκοος που μοιάζει μεσαιωνικός και ξεπερασμένος.

 

Η Κέρκυρα επωφελείται σε μεγάλο βαθμό, από τις εμπορικές δραστηριότητες της Βενετίας. Τα προϊόντα της διοχετεύονται κυρίως στη βενετική αγορά, επωφελείται όμως και από τον ρόλο που αποκτά ως σταθμός του βενετικού στόλου στη διαδρομή Βενετία-Ανατολή, αλλά και ως μόνιμος σταθμός των βενετικών ναυτικών δυνάμεων. Εξ΄αιτίας αυτών των χαρακτηριστικών δημιουργείται παράλληλα με την τοπική και μια γραφειοκρατία υπηρεσιών και τεχνικών διοίκησης, που θα έχει συνέχεια στην μετατροπή που θα υποστεί αργότερα τον 19ο αιώνα η πόλη, όταν αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του Ιονίου Κράτους.

 

Οι δομές της παραγωγής κατά την περίοδο της βενετικής κατοχής του νησιού (1386-1797) δεν θα είναι πολύ διαφορετικές απ’ αυτές της προηγούμενης περιόδου. Η γη είναι συγκεντρωμένη σε σχετικά λίγους ισχυρούς ιδιοκτήτες, ορισμένοι απ’ αυτούς την κρατούν μάλιστα σε φέουδο, δηλαδή τους έχει παραχωρηθεί από το κράτος σε αντάλλαγμα υπηρεσιών.

 

Αναλυτικότερα, τους έχει παραχωρηθεί από το δημόσιο το δικαίωμα να εισπράττουν ένα μέρος της φορολογίας που κανονικά θα εισέπραττε αυτό, και την εκμεταλλεύονται μέσω της παραχώρησής της, σε καλλιεργητές. Οι τελευταίοι, ανάλογα με το συμβόλαιό τους, αποδίδουν ως αντάλλαγμα ένα μέρος της παραγωγής τους, αλλά συχνά  υποχρεώνονται και σε συμπληρωματικά ανταλλάγματα, είτε προς τον κύριο κάτοχο της γης είτε προς το

 

 

 

δημόσιο, γεγονός που καθιστά τη σχέση παραγωγής – φορολογικής απόδοσης, ασύμφορη. Επειδή μάλιστα το χρήμα είναι σχετικά σπάνιο, είναι υποχρεωμένοι να δανείζονται για να εξασφαλίσουν στοιχειώδεις επενδύσεις στη γη τους ή να καλύψουν υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα να καταχρεώνονται και να υποκύπτουν σε εξαρτήσεις. Πιο κερδισμένοι φαίνεται να είναι εκείνοι που, συγκεντρώνοντας ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής, καταφέρνουν να την εμπορευθούν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς το κάνουν μέσω εταιρειών που ιδρύουν μεταξύ τους, επενδύοντας κεφάλαια και προϊόντα. Συχνά όμως  εμφανίζονται μεγάλοι μεσάζοντες που, διαθέτοντας αξιόπλοα σκάφη και επαρκή κεφάλαια ώστε να μπορούν να παίξουν με τις τιμές, εμπορεύονται κατευθείαν με τη Βενετία. Γύρω απ’ αυτές τις δραστηριότητες θα αναπτυχθούν τεχνικές δανεισμού και φυσικά θα ανθίσει η τοκογλυφία (οι έμποροι ασκούσαν συχνά και αυτήν την δραστηριότητα).

 

Οι κοινότητες του χωριού παραμένουν ωστόσο ανθούσες, αλληλέγγυες και δημογραφικά μάλλον ισχυρές. Η ύπαιθρος παρά τις δυσκολίες και τις αδικίες της εκμετάλλευσής της μπορεί να ζήσει τον κόσμο της. Μπορεί μάλιστα να δεχθεί και νέο κόσμο, εποίκους. Όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα αλλά ασταμάτητα τη νεότερη εποχή καταφθάνουν έποικοι από την ηπειρωτική Ελλάδα, την Αλβανία, ακόμα και την Κρήτη και τα άλλα Ιόνια. Εγκαθίστανται σε γαίες του δημοσίου ή σε μεγάλες ιδιοκτησίες και τις καλλιεργούν με το γνωστό σύστημα της αγροληψίας. Παρά τις αδυναμίες του, το αγροτικό σύστημα συντηρεί τους πληθυσμούς της υπαίθρου, που με τη σειρά τους συντηρούν τον πολιτισμό που φέρνουν μαζί τους ή που συναντούν επιτόπου. Έχει επιβιώσει, δίπλα στον αστικό κερκυραϊκό πολιτισμό ένας ακέραιος πολιτισμός χωριού και υπαίθρου με τις δικές του παραδόσεις, τη δική του γλώσσα, τις δικές του αναπαραστάσεις. Για αιώνες ήταν ένας πολιτισμός κάπως παραμερισμένος από την πόλη, ξεχασμένος ηθελημένα έξω από τα τείχη της. Αναζωογονήθηκε τον 19ο αιώνα με τη επέκταση της ψήφου, με την διεύρυνση του αστικού πολιτικού παιχνιδιού έξω από το πλαίσιο της πόλης.

 

Το αποτέλεσμα ήρθε αργά, η ύπαιθρος κυριάρχησε βαθμηδόν πολιτιστικά και οικονομικά σε μια διαδικασία που ολοκληρώνεται στις μέρες μας. Το γεγονός έχει πολλές συνέπειες, αλλά η σημαντικότερη είναι ότι καθώς η ύπαιθρος είχε συντηρήσει την ελληνική κουλτούρα και τις επιβιώσεις της, όταν ήρθε να επικρατήσει πολιτιστικά πάνω στην πόλη αφαίρεσε βαθμηδόν απ’ αυτήν τον ιδιόμορφο βενετικό πολιτισμό που είχε αναπτυχθεί σ’ αυτήν. Τα ιταλικά υποχώρησαν σιγά-σιγά από τη θέση τους ως γλώσσα των ελίτ και της διοίκησης (η διαδικασία άρχισε από το 1797 και ολοκληρώθηκε, τουλάχιστον ως προς τη διοίκηση, το 1864), οι ιδιόμορφες αστικές παραδόσεις, ακόμα και αν καμιά φορά διατηρούνται δεν έχουν πια το καθαυτό αστικό τους νόημα.

 

Η κερκυραϊκή πόλη είχε ωστόσο καταφέρει στα χρόνια της βενετικής της κατοχής να αναπτύξει έναν ιδιόμορφο πολιτισμό που αξίζει να μην ξεχαστεί. Πόλη γραφειοκρατίας και στρατευμάτων, πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ, πόλη λιμανιού και εμπόρων, πόλη εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, προσέχθηκε αρκετά από τους κυβερνήτες της ώστε να αποκτήσει σημαντικά τείχη και οικοδομήματα που την έκαναν να διακρίνεται και να φημίζεται. Πόλη καλλιέργειας, είδε τους ανθρώπους της να τη διοικούν σωφρόνως, αλλά συχνά να διακρίνονται και πέρα από τα όρια του νησιού. Η Κέρκυρα απ’ αυτήν την άποψη δεν ήταν κοσμοπολίτικη επειδή μπορούσε να δεχθεί ξένους, αλλά επειδή και δικοί της άνθρωποι μπόρεσαν να διακριθούν στο εξωτερικό. Λέγεται πως στην Κέρκυρα είχε κάθε λόγο να δοκιμασθεί ένας ιταλικός θίασος πριν αποτολμήσει μια καθαυτό ιταλική περιοδεία. Το κερκυραϊκό κοινό ήταν απαιτητικότερο.

 

 

Όλα στην πόλη, οι δρόμοι της, τα αρχοντικά της και οι ταπεινότερες κατοικίες της, οι εκκλησίες και οι δρόμοι απέπνεαν και αποπνέουν έως σήμερα, την ξεχωριστή της ατμόσφαιρα. Οι γειτονιές της ήταν οργανωμένες γύρω από την αφιερωμένη εκκλησία τους και τη διοίκησή της,  που ασκούνταν φυσικά από τους πιο ισχυρούς κοινωνικά ενορίτες, την αριστοκρατία της γειτονιάς.

 

Ο πληθυσμός αναγνωριζόταν από την "εταιρεία" στην οποία ανήκε, είτε αυτή ήταν η συντεχνία του με τα προσδιορισμένα λάβαρά της και τα συγκεκριμένα προνόμιά της, είτε ένα "αδελφάτο" ευγενών που διέθετε τη δική του εκκλησία, ενώ οι πιο αδύνατοι εξαρτιόνταν άτυπα από ένα σπίτι ισχυρών. Γνωρίζονταν μεταξύ τους σε ευρύτερα οικογενειακά σύνολα που συγκέντρωναν, εκτός από τους καθαυτό συγγενείς, τους φίλους και αφοσιωμένους ανθρώπους της οικογένειας. Συχνά τα σχηματισμένα σύνολα είχαν μεταξύ τους μεγάλες έριδες και αντιπαλότητες, αλλά το εσωτερικό τους παρουσίαζε ομοιογένεια.

 

Στον δρόμο, όλα τόνιζαν τις διαφορές κοινωνικής θέσης και κατάστασης. Οι άρχοντες ήταν απόμακροι και συνοδεύονταν από τους υπηρέτες τους, που συχνά τους μετέφεραν, φορούσαν περούκα, ενώ το φορείο τους έφερε τα εμβλήματά τους, όπως τα έφεραν και οι φορεσιές των υπηρετών τους. Πλεόναζαν οι δαντέλες στις γυναίκες και τα ακριβά υλικά στα ρούχα. Οι λαϊκές τάξεις είχαν μέλη ακόμα και ξυπόλητα ή με ρούχα που πλησίαζαν τα κουρέλια. Στις επίσημες ωστόσο εμφανίσεις μπροστά στις βενετικές αρχές το κοστούμι ήταν μαύρο και αυστηρό, θυμίζοντας ότι επρόκειτο για πατρικίους και όχι φανταχτερούς ιππότες. Ύστερα, από τάξη σε τάξη, διέφερε η προφορά και φυσικά το λεξιλόγιο. Στην αριστοκρατία οι ιταλικές λέξεις πλεόναζαν όταν δεν μιλούσαν καθαυτό ιταλικά, το λαϊκό λεξιλόγιο ήταν απλώς διανθισμένο με λέξεις ιταλικές, κυρίως ενός τεχνικού λεξιλογίου. Οι συμπεριφορές ήταν απόμακρες εκ μέρους των αρχόντων, γεγονός που παραπάνω από μια φορά εξόργισε τους λαϊκούς και τους έσπρωξε σε αμφισβητήσεις.

 

Αλλά πιο απομονωμένοι και από τους λαϊκούς ανθρώπους ήταν ίσως οι Εβραίοι που με την εργατικότητά τους, τη σχέση τους με τις τεχνικές του χρήματος είχαν περιοριστεί στη γειτονιά τους, αν και έξω απ’ αυτήν όλοι τους είχαν ανάγκη. Αναγνωρίζονταν και αυτοί από τα ρούχα τους και την προφορά τους, είχαν τα δικά τους οικογενειακά και εμπορικά δίκτυα, που τους ένωναν με τους Εβραίους της Βενετίας.

 

Ένα μεγάλο μέρος της ζωής κυλούσε για τον πολύ κόσμο, ιδίως τις λαϊκές τάξεις στον δρόμο όπου εκτυλίσσονταν και μία σειρά υπαίθριων εκδηλώσεων. Τα σπίτια άλλωστε για την μεγάλη πλειοψηφία επεφύλασσαν ελάχιστες ανέσεις και κυρίως καμία απομόνωση, αφού πάρα πολλοί χώροι ήταν κοινοί και οι άνθρωποι τόσο στοιβαγμένοι, που εύκολα μπορούσε κάποιος να παρακολουθεί και να ακούει τη ζωή του άλλου. Οι σκηνές αυτές διατηρήθηκαν σχεδόν ανέπαφες μέχρι τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο. Η πόλη άλλαξε σιγά-σιγά χαρακτήρα μετά απ’ αυτόν, αλλά για πολλούς λόγους τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά της παλιάς της ιστορίας διατηρούνται ακόμη. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 iv    Εξέλιξη αστικού τοπίου    

 

 

 

Οι μεταμορφώσεις του αστικού τοπίου της Κέρκυρας περιείχαν σε όλες σχεδόν τις ιστορικές φάσεις που γνώρισε η πόλη, μία μετακίνηση του κέντρου της, σύμφωνα κάθε φορά με την αντίληψη που είχε γι αυτό  η ηγετική αστική ομάδα.

 

Η   α ρ χ α ί α    π α ρ α θ α λ ά σ σ ι α    π ό λ η 

Στην θέση του σημερινού προαστίου, στη χερσόνησο του Κανονιού, αναπτύσσεται σταδιακά η πόλη των αρχαίων χρόνων, η Παλαιόπολη. Η εικόνα που προβάλλει από τις ανασκαφές είναι εκείνη μιας καλοσχεδιασμένης, με ισχυρά τείχη και αμυντικούς πύργους διατειχισμένης πόλης. Μιας πόλης με ιδιαίτερα εντυπωσιακό πολεοδομικό ιστό, που χρονολογείται από τον 8ο π.Χ. ως και τον 4ο μ.Χ. αιώνα, χτισμένης κατά το ισοδομικό σύστημα, κατά μήκος δύο μεγάλων οδικών αξόνων, που περίπου ταυτίζονται με τους δύο σημερινούς, που διασχίζουν τη χερσόνησο του Κανονιού με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο. Οι άξονες αυτοί τέμνονται από άλλες μικρότερες οδούς, με κατεύθυνση από Ανατολή προς Δύση, σχηματίζοντας τα οικοδομικά τετράγωνα.

 

Η πόλη, μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη, είχε δύο μεγάλα λιμάνια, το Υλλαϊκό και του Αλκίνοου, ίσως και κάποιο τρίτο (κοντά στο λιμάνι του Αλκίνοου), μία κεντρική Αγορά με πλακόστρωτο,  στοές για την παραμονή πολιτών ή για εμπορικές συναλλαγές και σημαντικά δημόσια κτήρια, είχε εργαστήρια κεραμικής και σιδηρουργίας, καρνάγια (νεώρια) με νεώσοικους για τη φύλαξη και επισκευή των πλοίων. Στα όριά της υπήρχαν πολλά και μεγάλα ιερά άλση ή τεμένη, με περίτεχνους ναούς ή βωμούς για υπαίθρια λατρεία και βοηθητικά λατρευτικά οικοδομήματα. Ναοί υπήρχαν και στην Αγορά και σε άλλα κεντρικά σημεία της πόλης. Έξω από το τείχος και προς τα βορειοδυτικά, απλωνόταν το αρχαϊκό, κλασσικό και ελληνιστικό νεκροταφείο, ενώ το ρωμαϊκό με μεγάλη πιθανότητα θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην περιοχή του λιμανιού του Αλκινόου που στα Ρωμαϊκά χρόνια επιχώθηκε.

 

Η αρχαία πόλη επεκτείνεται ελαφρώς προς την  ενδοχώρα τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους και αργότερα συρρικνώνεται εντελώς στον προστατευμένο βράχο των δύο κορυφών (Παλαιό Φρούριο), που θα αποτελέσει την

 

Μ ε σ ο β υ ζ α ν τ ι ν ή   κ α ι   α ν δ η γ α υ ι κ ή   π ό λ η

Αν και γνωρίζουμε ελάχιστα για τις βυζαντινές οχυρώσεις, οι ιστορικές πηγές αποκαλύπτουν ότι οι Βυζαντινοί και στη συνέχεια οι Δεσπότες της Ηπείρου (1214-1267) και οι Ανδηγαυοί (1267-1386) οχύρωσαν την ακρόπολη και τις κορυφές της, χτίζοντας δύο πύργους (Castrum Veter ή Castel da Mare ή απλά Vecchio  και το Castrum Novum ή Castel da terra ή απλά Nuovo).

Ο μεσαιωνικός οικισμός δεν διέφερε από τις τυπικές οχυρωμένες μικρές πόλεις της εποχής, με τα χαρακτηριστικά μορφολογικά στοιχεία των λεπτών τειχών με επάλξεις που διακόπτονται από ψηλούς τετραγωνικούς και κυκλικούς πύργους.

 

 

 

 

 

Η   Β ε ν ε τ ι κ ή    π ε ρ ί ο δ ο ς  

είναι αναμφίβολα η πιο σημαντική για την ανάπτυξη της πόλης, δεδομένης της διάρκειας της (411 χρόνια), αλλά και των ιστορικών συνθηκών. Η πόλη επεκτάθηκε στο εκτός Φρουρίου προάστιο (borgo), σε βαθμό που αυτό σταδιακά υποκατέστησε την πόλη του Φρουρίου, περιορίζοντάς την σε αμιγή αμυντική λειτουργία. Η ανάπτυξή της επηρεάστηκε και ουσιαστικά καθορίστηκε από τα επάλληλα οχυρωματικά έργα, που κατασκευάστηκαν βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, για την κάλυψη διαφοροποιημένων, στις διάφορες φάσεις, αναγκών άμυνας.

 

¨      Εξέλιξη των οχυρώσεων

Τα οχυρωματικά έργα πέρα από την ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη της πόλης, παρουσιάζουν αυτά καθ΄ αυτά αξιόλογα παραδείγματα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής και τεχνικής της εποχής τους. Η Βενετική Δημοκρατία εξ άλλου ανέθεσε την κατασκευή τους σε μερικούς από τους καλύτερους αρχιτέκτονες και μηχανικούς.

 

Παλαιό Φρούριο

Η αμυντική πολιτική των Βενετών τα πρώτα 200 περίπου χρόνια περιορίζεται αποκλειστικά στην αναδιάρθρωση του αμυντικού συστήματος της ήδη οχυρωμένης μεσαιωνικής πόλης, ενώ παράλληλα με αυτή συνυπήρχε και ο οικισμός του “Ξωπολιού” (borgo) ήδη πυκνά διαμορφωμένος, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από το τέλος της βυζαντινής περιόδου.

 

Τα έργα των Βενετών κατά τον 15ο αιώνα αφορούν στο διαχωρισμό της μικρής χερσονήσου από το υπόλοιπο νησί με θαλάσσια τάφρο, την Contrafossa και σε ριζικές αλλαγές της προηγούμενης οχύρωσης που ήταν πλέον άχρηστη σαν μέσο αντιμετώπισης του πυροβολικού.

Συγκεκριμένα κατασκευάστηκαν νέα ισχυρά χαμηλού ύψους τείχη, που περιέβαλαν αφενός την παραλία σε  χαμηλότερο επίπεδο και αφετέρου ψηλότερα τις δυο κορυφές (που ισοπεδώθηκαν και απέκτησαν νέα οχυρά στις ίδιες θέσεις). Παράλληλα, δημιουργήθηκε τεχνητό λιμάνι στο Μαντράκι.

 

 

 

Η εξέλιξη όμως των τακτικών του πολέμου πολύ σύντομα, στις αρχές του 16ου αιώνα, οδήγησε στον εκσυγχρονισμό του μετώπου της δυτικής πλευράς απέναντι στην Contrafossa. Το έργο ανέλαβε ο                  M. Sanmicheli, ένας από τους καλύτερους αρχιτέκτονες και θεωρητικούς του νέου αμυντικού συστήματος των προμαχώνων, που διέθετε το πλεονέκτημα της πλαγιοφύλαξης, επιτρέποντας στα κανόνια να βάλουν παράλληλα στο τείχος. Κατασκευάστηκε ένα νέο αμυντικό μέτωπο μπροστά στην Contrafossa με δύο μεγάλους όμοιους πενταγωνικούς προμαχώνες (Savorgnan και Martinengo), ενώ μια μεγαλοπρεπής είσοδος ανοίχτηκε στο συνδετικό τείχος (cortina) στο κέντρο. Η σύνδεση με την ξηρά εξασφαλίστηκε με κινητή ξύλινη γέφυρα. Επίσης επεκτάθηκε ο ελεύθερος χώρος της “Spianata” μεταξύ του “borgo” και του οχυρού και καθορίστηκαν ακριβέστερα τα οριά του. Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1558 και έδωσαν στο Φρούριο το εντυπωσιακό τελικό σχήμα του με την χαρακτηριστική συμμετρία της δυτικής πλευράς. Εφοδιασμένο με πυροβολεία, στρατώνες, διοικητικά κτίρια, αποθήκες, οπλοστάσιο, στέρνες και πολλές υπόγειες σύραγγες επικοινωνίας, έγινε απόρθητο.

 

 

Μετά την περιτείχιση της πόλης, το “Παλαιό Φρούριο” “Fortezza Vecchia από τις αρχές του 17ου αιώνα μετατρέπεται σταδιακά σε στρατιωτική κυρίως βάση, διατηρώντας ορισμένα θρησκευτικά και κοσμικά κτίρια, από τα οποία το σπουδαιότερο ήταν το παλάτι του Προνοητή “Provveditore”.

 

 

 

Περιτείχιση της πόλης

Η υπέρβαση του κεντρικού αρχικού πυρήνα της μεσαιωνικής πόλης από την βενετική διοίκηση πραγματοποιείται μόνο στα τέλη του 16ου αιώνα, οπότε και αναγνωρίζεται το borgo σαν κύριο κέντρο του νησιού, μετά βέβαια την οχύρωσή του, που ολοκληρώνεται το 1588. Η περιτείχιση οργανώνεται από τον μηχανικό Ferrante Vitelli μετά από σχεδιασμό, που στοχεύει κυρίως στον στρατιωτικό έλεγχο ολόκληρου του οργανισμού. Το σχέδιο δεν δέχτηκε επιδράσεις και περιορισμούς που θα υπαγόρευαν η πραγματική έκταση του ήδη πυκνοδομημένου οικισμού, των ευρύτερων περιφερειακών και οικιστικών εγκαταστάσεων και των φυσικών διαμορφώσεων του εδάφους (λόφοι Αγ. Μάρκου και Γαρίτσας –Castrate-). Παίρνει όμως υπόψη του προϋφιστάμενες καταστάσεις, όπως βασικές διαδρομές πριν την περιτείχιση, καθιερώνοντάς τες, με την τοποθέτηση των πυλών. Εξάλλου, η οχύρωση του τείχους με τους Βενετικούς προμαχώνες πέρα από το ότι ορθολογίζει, με βάση τις νέες αντιλήψεις των στρατιωτικών οχυρώσεων την υπάρχουσα μορφολογία του εδάφους, μαζί με τον αποκλεισμό οικοδόμησης στη Σπιανάδα και τα αμυντικά κενά - quasti - περιμετρικά των τειχών, θα εξαλείψει κάθε δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης της πόλης.

 

Τα τείχη του 16ου αιώνα, έχουν μια άμεση επίδραση και καθορίζουν για αιώνες τη μορφή του Ι.Κ.  Πράγματι, επιβάλλοντας συγχρόνως περιορισμούς στην ανάπτυξη καθ' ύψος, εξαντλούν κάθε δυνατή εκμετάλλευση του εδάφους, κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Η περιτείχιση οργανώνεται ως εξής: Προς τη Δύση η γραμμή της άμυνας ξεκινούσε με μισό προμαχώνα και ακολουθούσαν στη συνέχεια δύο προμαχώνες (Ραϊμόνδου νότια και Σαραντάρη προς βορρά πλάι στο Ν. Φρούριο), και μια πλατφόρμα (Αγ. Αθανασίου) ανάμεσά τους με τις απαραίτητες συνδετικές κορτίνες (μεταξύ προμαχώνα Ραϊμόνδου – πλατφόρμας Αγ. Αθανασίου και προμαχώνα Σαραντάρη – πλατφόρμας Αγ. Αθανασίου). Οι προμαχώνες, όπως και η πλατφόρμα, είχαν καμπύλα πλαϊνά τμήματα (orecchioni) (και όχι πλέον ορθογωνικά όπως του Παλιού Φρουρίου) και εξασφαλίζονταν από μια ξηρά τάφρο, κατά μήκος της οποίας υπήρχε καλυμμένος δρόμος (Strada coperta). Από τη μέση του προμαχώνα, ΝΑ, ξεκινούσαν τα τείχη της Σπιανάδας (η οποία πήρε το τελικό της σχήμα περί το 1630) και προχωρούσαν προς το Βορρά για να καταλήξουν στο θαλάσσιο τείχος (Μουράγια) που δεν είχε ιδιαίτερη ενίσχυση.

 

Τα αμυντικά έργα της πόλης συμπληρώθηκαν κατά τα μέσα του 17ου αιώνα, βάσει σχεδίων του στρατιωτικού μηχανικού Filippo Verneda με μια δεύτερη συμπληρωματική γραμμή των οχυρών στη δυτική πλευρά, ενώ οι τελευταίες ενισχύσεις τους στη φάση της βενετοκρατίας, έγιναν το 18ο αιώνα (μετά την τουρκική πολιορκία του 1716) από τον στρατάρχη Schulemburg, που οχύρωσε και τους λόφους Αβράμη, Σωτήρος και Σαν Ρόκκο, που βρίσκονταν κοντά στο δυτικό τείχος.

 

 

 

Νέο Φρούριο

Η περιτείχιση της πόλης περιελάμβανε και ένα νέο φρούριο που συμπλήρωνε τα οχυρωματικά της έργα. Κατασκευασμένο από τον στρατιωτικό μηχανικό Ferrante Vittelli, όπως και τα περιμετρικά τείχη της πόλης, ολοκληρώθηκε το 1576. Είναι μικρότερο από το Παλαιό, εξυπηρετούσε καθαρά αμυντικούς σκοπούς και αποτελείται από δυο βασικά επίπεδα. Το χαμηλότερο που προστάτευε το νέο λιμάνι έχει προς τη ΒΑ πλευρά ένα μικρό κεντρικό (πενταγωνικό) προμαχώνα και δύο κορτίνες που το συνδέουν αφενός με τα τείχη της πόλης, αφετέρου με ένα μικρό οχυρό (την Punta Perpetua) ενώ το ψηλότερο επίπεδο, που προστάτευε την πλευρά της υπαίθριου έχει προς τη δύση δύο μεγάλους προμαχώνες (Sette venti) και το συνδετικό τείχος μεταξύ τους.

 

Το Νέο Φρούριο διαθέτει δύο πύλες εισόδου: την εντυπωσιακή κύρια πύλη του Λιμανιού με το Βενετικό λιοντάρι που είναι στραμμένη προς το λιμάνι, και μια δεύτερη (πύλη της πόλης) που ανοίχτηκε προς την πόλη.

 

¨      Αστική εξέλιξη ιστορικής πόλης

Η καθοριστική συμβολή των οχυρωματικών έργων στην εξέλιξη της πόλης διαπιστώνεται εύκολα από παρατήρηση της οικιστικής οργάνωσης περιοχών που οικοδομήθηκαν πριν και μετά την περιτείχιση. ΄Ο,τι απέμεινε των μαζικών κατεδαφίσεων που έγιναν για να πραγματοποιηθούν τα οχυρωματικά έργα διακρίνεται με ένα οικιστικό πλέγμα αποσπασματικό και ακανόνιστο, με ένα δαιδαλώδες οδικό δίκτυο, γεμάτο σημεία πολλαπλής επιλογής πορείας (πλατώματα, δίστρατα, τρίστρατα), με σποραδικούς μικρούς ελεύθερους χώρους (μικρές πλατείες – τοπικά κέντρα) αναδεικνύοντας προγενέστερες της περιτείχισης  πρακτικές πολεοδόμησης.

 

Στις περιοχές που οικοδομήθηκαν μετά την περιτείχιση διαπιστώνεται ένα οικιστικό πλέγμα κανονικό όπου είναι αξιοσημείωτη η επάλληλη ακτινωτή τοποθέτηση γραμμικών οικοδομικών ενοτήτων πάνω σε χάραξη δρόμων προηγούμενα καθορισμένη. Ο σχεδιασμός που πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την περιτείχιση, μετασχηματίζοντας την προγενέστερη οργάνωση του “Ξωπολιού” βρήκε πιθανά εφαρμογή μετά από αναδασμό

για λόγους αμυντικούς, αλλά και ιδεολογικούς, που σκοπό είχαν την ανάδειξη του Παλαιού Φρουρίου σαν κέντρου εξουσίας και στρατιωτικού ελέγχου της Πόλης.

 

Και στις δύο περιπτώσεις η μορφή του πολεοδομικού ιστού καθορίζεται από τη γραμμική επανάληψη οικοδομικών ενοτήτων που επαναλαμβάνονται στη σειρά, δημιουργώντας ένα οικιστικό πλέγμα που χαρακτηρίζει τη δυτική υστερομεσαιωνική παράδοση, μορφή που επιβλήθηκε τόσο από τις τοπικές ιδιοκτησιακές δομές και διαδικασίες κατάτμησης, όσο και τις εθιμικές διεργασίες παραγωγής αστικού χώρου.

 

Η πρώτη μορφή αστικής οργάνωσης στον εκτός Παλαιού Φρουρίου άμεσο χώρο (borgo) υποθέτουμε ότι δημιουργήθηκε γύρω από τις παλαιότερες εκκλησίες, οι οποίες λειτούργησαν σαν πόλοι έλξης για τη σταθεροποίηση κατοίκων, βάζοντας τις βάσεις για μια πρώτη οργάνωση του χώρου σε μορφή  αρχικά ανεξάρτητων μεταξύ τους πυρήνων δόμησης. Δημιουργήθηκαν με αυτό τον τρόπο οι παλιότερες συνοικίες (contrade) του Ξωπολιού. Αναφέρεται ότι η περιτείχιση περιέλαβε 24 συνοικίες, που έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα της εκκλησίας τους (Contrada S. Salvator, Antivuniotissa, Chieropula). Μία από τις περιοχές “προτίμησης” των αρχικών εγκαταστάσεων είναι το Καμπιέλο, που συγκεντρώνει υψηλό αριθμό εκκλησιών και αποτελούσε πλησιέστερο χώρο “εύκολης” άμυνας, κοντά στην αρχική είσοδο της Μεσαιωνικής Πόλης. Η σταδιακή πύκνωση της πρώτης αστικής δομής προκάλεσε, πάνω σε βασικές διαδρομές σύνδεσης των ανεξάρτητων αρχικά συνοικιών, τη χαρακτηριστική, μεταβατική δόμηση a borgo. Τα κτίσματα σ’ αυτή την

 

περίπτωση τοποθετούνται επαναλαμβανόμενα σε συνεχές σύστημα πάνω σε συνδετήριους “άξονες” δημιουργώντας ένα είδος “τείχους”, που διαχωρίζει τη διαδρομή από τον υπόλοιπο ημιαγροτικό χώρο.

 

Η επόμενη φυσική πύκνωση στο εσωτερικό των συνοικιών δημιούργησε την χαρακτηριστική γραμμική επανάληψη διαφορετικού μεγέθους οικοδομικών ενοτήτων στη σειρά. Η φορά των γραμμώσεων πρέπει να αναζητηθεί περισσότερο στις κατευθύνσεις των επιμέρους συνδετήριων διαδρομών, τη μορφολογία του εδάφους και στη προγενέστερη χρησιμοποίηση του εδάφους, παρά στην εφαρμογή κάποιου σχεδιασμού μετά την περιτείχιση. Δείγματα μιας πρωταρχικής περισσότερο αγροτικής δομής, που προέκυψαν κυρίως σε εκτεταμένες ιδιοκτησίες, εντοπίζονται στα μεγάλα συμπαγή και ακανόνιστα σχήματα οικοδομικών ενοτήτων, συνήθως γύρω από εκκλησίες.

 

Η κλειστή αστική μορφή της οχυρωμένης πόλης και ο περιορισμένος χώρος, καθόρισαν την κυρίαρχη οικιστική τυπολογία. Η τυπική γραμμική επιμήκης μορφή των οικοδομικών ενοτήτων αποτελείται από μικρότερες βασικές μονάδες οικοδόμησης, που παρατάσσονται στη σειρά αποτελώντας δείγματα “ευτελούς” αρχιτεκτονικής με χρήση αστικής μονοκατοικίας ή λαϊκής πολυκατοικίας, σε αντίθεση με την “μνημειακή”, αλλά λιτή, αρχιτεκτονική που εκφράζεται στα δημόσια κτίρια, τα αρχοντικά και τις εκκλησίες, όπου περιλαμβάνουν περισσότερες από μια βασικές μονάδες οικοδόμησης.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο Ι.Κ. της Κέρκυρας δεν διαπιστώνεται ύπαρξη περιοχών που οργανώθηκαν με ταξικά κριτήρια, ενώ υπάρχει συνοικία των Εβραίων. Δεν συναντούμε μια περιοχή με αποκλειστική χρήση την κατοικία αριστροκρατών ή εμπόρων. Οι διαφορετικές κατηγορίες κατοικίας (αριστοκρατών, εμπόρων, βιοτεχνών) αναμειγνύονται μεταξύ τους, γεγονός που ενισχύει τη σταθερή για αιώνες επιβίωση του επαναλαμβανόμενου τύπου κατοικίας στη σειρά (με τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του) στη μεγαλύτερη έκταση της πόλης.Μπορούμε να πούμε ότι εντοπίζονται ζώνες, ή καλύτερα περισσότεροι από ένας δρόμοι, με κυρίαρχο εμπορικό χαρακτήρα και άλλοι δρόμοι που χαρακτηρίζονται από τις τυπικές κατασκευές κατοικιών με εργαστήρια στο ισόγειο, όπως επίσης και περιοχές αμιγούς κατοικίας με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Καμπιέλλο.

 

Το σύστημα των δρόμων του Ι.Κ. εξαρτάται από την κλειστή μορφή της οχυρωμένης πόλης, όπου οι δρόμοι προσδιορίζονται ως απλές διαδρομές και όχι με ένα σαφώς ιεραρχημένο οδικό δίκτυο.Διαμορφώνονται διαδρομές σε σχέση με τις πύλες και με αφετηρίες κυρίαρχα και δευτερεύοντα σημεία αναφοράς. Τις δευτερεύουσες διαδρομές αποτελούν μικρότεροι δρόμοι τοπικής σημασίας (τα καντούνια) που εξασφαλίζουν τη σύνδεση των διαφορετικών ενοτήτων μεταξύ τους, δια μέσου ιεραρχικών σημείων δευτερεύουσας σημασίας (ενορίες, αρχοντικά, τοπικά κέντρα, πλατείες, πλατώματα).

 

 

Ο  1 9 ο ς    α ι ώ ν α ς

 

Οι βασικότερες επεμβάσεις που έγιναν το πρώτο μισό του 19ου αιώνα στο αμυντικό σύστημα οφείλονται στους Άγγλους. Αυτοί ξεκίνησαν την εφαρμογή ενός προγράμματος (που δεν ολοκληρώθηκε) και που στόχευε στην διατήρηση τριών μόνο οχυρών θέσεων,  του Παλαιού Φρουρίου, του Νέου Φρουρίου και του μικρού νησιού Βίδο (που είχαν αρχίσει να οχυρώνουν ήδη οι Γάλλοι και αποτελούσε βασικό σημείο ελέγχου του λιμανιού).

 

Το σχέδιο προέβλεπε την κατεδάφιση όλων των δυτικών οχυρωμάτων. Οι Άγγλοι τελικά κατεδάφισαν οχυρωματικά έργα στην ΝΔ πλευρά το 1837 (πύλη Ραϊμόνδου), όπου διανοίχτηκε παραλιακός δρόμος προς τη Γαρίτσα και το 1838 ισοπεδώθηκε το οχυρό του Σωτήρος και στο χώρο που δημιουργήθηκε χτίστηκαν οι πολιτικές φυλακές. Στο Παλαιό και Νέο Φρούριο οι επεμβάσεις των Άγγλων αφορούν κυρίως σε εσωτερικές αναδιαρθρώσεις και προσθήκες νέων κτιριακών κατασκευών. Μετά την ένωση του νησιού με την Ελλάδα το 1864, τα φρούρια αφοπλίστηκαν και στη συνέχεια τμήματα των περιμετρικών τειχών και των συμπληρωματικών οχυρωματικών έργων της πόλης βαθμιαία κατεδαφίστηκαν.

 

Στην δομή της πόλης τον 19ο αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στην κτιριακή κλίμακα, με συνενώσεις οικοπέδων, διαφορετική μορφολογική αντιμετώπιση των όψεων και σημαντική αύξηση του ύψους των κτιρίων στο σύνολό τους. Υπολογίζεται ότι περίπου το 70% των υπαρχόντων παλιών κτιρίων προ του 20ου αιώνα αποτελούν ανακατασκευές ή προσθήκες της περιόδου της Βρετανικής Προστασίας. Πάντως, οι μετασχηματισμοί του 19ου αιώνα δεν συγκρότησαν διαφοροποιημένα πολεοδομικά συστήματα στο εσωτερικό του ιστορικού κέντρου. Η μορφή του πολεοδομικού ιστού της πόλης, παρά τις επιμέρους εξυγιαντικές επεμβάσεις με κατεδαφίσεις τειχών και οχυρώσεων και καθαιρέσεις μεγάλου ποσοστού προσκτισμάτων στους σημαντικούς δρόμους και ελεύθερους χώρους, δείχνει τη μακρινή μεσαιωνική τάξη πραγμάτων.

 

Τα κριτήρια των μεγάλων διανοίξεων που ωρίμασαν με την παιδεία του 19ου αιώνα δεν εφαρμόστηκαν στην Κέρκυρα. Αντίθετα, οι οικοδομές της περιόδου αυτής καθόρισαν το αστικό τοπίο, συνέθεσαν κανονικότητες, μνημειακές προοπτικές και κλασσικούς ρυθμούς σε σημεία “προνομιούχα” που ευνοήθηκαν από τις κατά καιρούς διατάξεις που επιβλήθηκαν στους σημαντικούς δρόμους ή το περιμετρικό μέτωπο Σπιανάδας -  Μουράγιων – Λιμανιού και τις οδούς Ζαμπέλη και Ιόνιου Ακαδημίας. ΄Ετσι η γενική αίσθηση του τρισδιάστατου χώρου αποπνέει μεταγενέστερες της μεσαιωνικής εποχές εκφράζοντας, ανάλογα με το αρχιτεκτονικό ύφος των οικοδομών που κυριαρχούν, ένα λιτό μανιερισμό με στοιχεία αναγεννησιακά και μπαρόκ ή ένα κλασικισμό με νεοπαλλαδιανά και νεοκλασικά χαρακτηριστικά.

 

Χαρακτηριστική επέμβαση του 19ου αιώνα στην εξέλιξη της πόλης είναι η σχεδιασμένη ανάπτυξη οικιστικής περιοχής εκτός των τειχών (Φορτιά), σύμφωνα με τις κλασσικές πολεοδομικές αντιλήψεις της εποχής, εφ΄ όσον μετά την κατεδάφιση των δυτικών τειχών αυτή βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με το πυκνοδομημένο χώρο. Παρά τις αυξημένες οικιστικές πιέσεις, όμως το Αγγλικό σχέδιο επέκτασης βρήκε εφαρμογή μόνο το 1873.

 

Ο   2 0 ο ς   α ι ώ ν α ς       

 

Μετά την υποχώρηση της σημασίας των τειχών και του Φρουρίου, η πόλη επεκτείνεται  όλο και περισσότερο δυτικά προς τα κοντινά χωριά, έχοντας προηγούμενα ενσωματώσει τα ιστορικά προάστια (Γαρίτσα, Ανεμόμυλο, Μαντούκι, Σαρόκκο), που εξ΄ άλλου αναπτύχθηκαν παράλληλα με το εντός των τειχών τμήμα. Η σταδιακή επέκταση της πόλης επιταχύνθηκε με την εμφάνιση του τουρισμού αργότερα και σήμερα, τα αποθέματα κενών χώρων, στα όρια της άλλοτε περιτειχισμένης πόλης, έχουν πλέον εξαντληθεί.

 

 

 

 v.       Κοινωνική – Πνευματική ζωή

 

 

 

 

Η εξέλιξη του αστικού τοπίου σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική και πολιτική οργάνωση του χώρου, με τους ανθρώπους που βρίσκονται από πίσω. Σε αυτήν την κατεύθυνση, σημαντικός παράγοντας είναι το “καθεστώς γης” που, όπως έχει αναλυθεί προηγούμενα,  βάρυνε καθοριστικά στην εξέλιξη της ιστορίας του νησιού.

 

Από την ομάδα των ιδιοκτητών της γης προερχόταν και η πολιτική αριστοκρατία. Πρόκειται για μια ομάδα ηγετική και κυρίαρχη στον κερκυραϊκό χώρο που κατά καιρούς έλαβε διάφορα ονόματα όπως πολίτες, ευγενείς, αστοί. Ήταν πολιτιστικά μικτή, αφού στους κόλπους της συνυπήρχαν Λατίνοι και Ορθόδοξοι. Ανάμεσά τους πολλοί ήταν οι "νομικοί" ή "νοτάριοι" που εκτός από ιδιοκτήτες γης, είναι και συμβολαιογράφοι, αφού γνωρίζουν να διαβάζουν και να γράφουν ελληνικά και ιταλικά. Τα μέλη των οικογενειών των ευγενών αυτών αποτέλεσαν ένα κλειστό συμβούλιο κερδίζοντας το δικαίωμα αντιπροσώπευσης του νησιού προς τον πολιτικό του κυρίαρχο, που από τα τέλη του 14ου αιώνα είναι οι Βενετοί. Απόρροια αυτού του δικαιώματος ήταν και η δυνατότητα εκλογής των μελών του Συμβουλίου σε ένα από τα πολυάριθμα αξιώματα που ανήκαν  στην δικαιοδοσία του.

 

Η διοικητική και πολιτική πείρα αυτής της ομάδας θα αποτελέσει και την κύρια αιτία της επιβίωσής της μέσα στη Γαλλική διοίκηση του 1797-1799 καθώς και της επόμενης Ρωσοτουρκικής (1799-1807). Οι ίδιοι θα αποτελέσουν και το φιλοαγγλικό κόμμα την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας (1814-1864). Από τις τάξεις τους προήλθαν πολλοί σημαντικοί διανοούμενοι και πολιτικοί, με εμβληματική ανάμεσά τους την φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831), αξιωματούχου της Ιονίου Πολιτείας, υπουργού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας.

 

Από μία Βυζαντινή παράδοση λογίων και αντιγραφέων χειρογράφων από τον 16ο αιώνα - έντονη και με πανευρωπαϊκή εμβέλεια από τον 15ο αιώνα, αφού κερκυραϊκά χειρόγραφα στάλθηκαν σε πολλές ιταλικές και γαλλικές βιβλιοθήκες (σε αυτήν  του Βατικανού και του Φραγκίσκου του 1ου της Γαλλίας μεταξύ άλλων) και αφού ένα κερκυραίος λόγιος, ο Νίκανδρος Νούκιος, υπήρξε προσωπικός γραμματέας του αυτοκράτορα Καρόλου του 5ου - έως τη συστηματική ίδρυση σχολίων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, η Κέρκυρα υπήρξε διαδοχικά χώρος αναφοράς του ουμανισμού του 16ου αιώνα με προσωπικότητες όπως ο Αντώνιος Έπαρχος, χώρος αναφοράς της θρησκευτικής αντιμεταρρύθμισης με κορυφαίες φυσιογνωμίες όπως αυτή του καρδινάλιου Πέτρου Αρκούδιου, αλλά και του Διαφωτισμού, αφού από τις τάξεις των πατρικίων της προερχόταν μια από τις επιφανέστερες φυσιογνωμίες των ελληνικών Φώτων, ο Νικηφόρος Θεοτόκης. Η πολιτιστική της προετοιμασία ήταν τέτοια που οι νεωτερικές ιδέες του 19ου αιώνα, οδήγησαν και διευκόλυναν την ίδρυση του πρώτου πανεπιστημίου στον ελληνικό χώρο, από τον Άγγλο λόρδο του Γκύλφορντ.

 

Είναι από τις πρώτες πόλεις στην Αδριατική, που χάρη στις βρετανικές παρεμβάσεις, αποκτά ένα νεοκλασικό στυλ τον 19ο αιώνα, αλλά είναι ταυτόχρονα και κοιτίδα του νεοελληνικού ρομαντισμού, αφού σε αυτήν έγραψαν και εργάστηκαν ο Ανδρέας Κάλβος και ο Διονύσιος Σολωμός, εμβληματικές φυσιογνωμίες και οι δύο της ελληνικής λογοτεχνίας.

 

 

 

Καταφύγιο καταδιωγμένων πληθυσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κέντρο αναδιανομής  επαναστατικών ιδεών και εντύπων προς τους πληθυσμούς της Ανατολής,  η πόλη υπήρξε και καταφύγιο Γαριβαλδινών τον αιώνα της Ιταλικής ενοποίησης. Η Κέρκυρα είναι κατά συνέπεια συνδεδεμένη με τα απελευθερωτικά κινήματα του "αιώνα των επαναστάσεων", συνιστώντας έτσι ένα συμπληρωματικό μνημείο της παγκόσμιας ιστορίας. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ύπαρξη σε αυτήν έως σήμερα της "Αναγνωστικής Εταιρείας", της χαρακτηριστικής λέσχης "γιακωβινικού" χαρακτήρα, που χρονολογείται από το 1818. Σήμερα αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες στην Ελλάδα.

 

Ως παλαιό διοικητικό κέντρο, η Κέρκυρα έχει να επιδείξει ένα μοναδικό αρχείο εγγράφων 10.000 γραμμικών μέτρων ραφιών. Τα παλαιότερα έγγραφα ανέρχονται στον 14ο αιώνα, γραμμένα στην ελληνική και την ιταλική γλώσσα και αποτελούν αποκλειστική τεκμηρίωση για την ιστορία του νησιού αλλά και της ευρύτερης περιοχής : Δαλματία, Ίστρια, Αλβανία, Νότιος Ιταλία και Βενετία, Ήπειρος και Στερεά Ελλάδα, Ιόνια Νησιά, Κρήτη.

 

Στα αρχεία της Κέρκυρας, υπάρχει συγκεκριμένα ένα έγγραφο με την υπογραφή του Ναπολέοντα Βονοπάρτη, μάρτυρα στο γάμο ενός αξιωματικού του, κατά την σύντομη παραμονή του στο νησί. Επίσης, όλη η αλληλογραφία του Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσικής αυτοκρατορίας και συντάκτη του ομοσπονδιακού συντάγματος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Δίπλα στα παραπάνω έγγραφα, τα εκατοντάδες τεκμήρια της Ιονίου Πολιτείας, του πρώτου συνταγματικού κράτους που γεννιέται μετά την πτώση της Βενετικής Πολιτείας και τίθεται υπό την προστασία της Οθωμανικής και Ρωσικής Αυτοκρατορίας (1799-1807). Ακολουθούν τα πολυάριθμα έγγραφα των γαλλικών (1807-1804) και των αγγλικών (1814-1864) διοικήσεων και φυσικά της ελληνικής που εδραιώνεται στο νησί από το 1864. Τα Αρχεία περιλαμβάνουν μοναδικά τεκμήρια για την ευρωπαϊκή διάσταση της Κέρκυρας, αφού από τον μεσαίωνα εναλλάσσονται οι διοικήσεις όλων των δυνάμεων που έδρασαν στην περιοχή: βυζαντινή, ανδηγαυική, βενετική, γαλλική, οθωμανική, ρωσική, αγγλική, ελληνική.

 

Η κερκυραϊκή θρησκευτική ευαισθησία παραμένει πιστή στις βυζαντινές παραδόσεις αφού για αιώνες η τέχνη της είναι προσηλωμένη στις παλαιολόγειες μορφές έμπνευσης που, παρά τα ιταλικά δάνεια, διαιωνίζει η Κρητική τέχνη. Άλλωστε, η Κέρκυρα θα αποτελέσει και τον κατεξοχήν χώρο υποδοχής των Κρητών ζωγράφων της διασποράς, όταν η Κρήτη θα περάσει στην οθωμανική επικράτεια (1669). Στην Κέρκυρα θα αγαπηθούν ιδιαίτερα τα έργα του Μιχαήλ Δαμασκηνού - όπως μαρτυρεί ο μεγάλος αριθμός τους που σώζεται – ζωγράφου, που έζησε μεταξύ Κρήτης, Βενετίας και Κέρκυρας. Όπως θα αγαπηθούν επίσης τα έργα του Γεωργίου Κλόντζα, του Εμμανουήλ  Λαμπάρδου και του Ιερεμία Παλλάδα.

 

Ο 17ος αιώνας θα αγαπήσει ιδιαίτερα τις πολυπρόσωπες σκηνές, τις χαλαρές συνθέσεις, τα ανοικτά χρώματα, τις μαλακές πτυχές στην απεικόνιση των ρούχων. Η Κέρκυρα θα ακολουθήσει τους δικούς της εικαστικούς δρόμους δείχνοντας μάλιστα τις προτιμήσεις της σε συγκεκριμένα εικονογραφικά θέματα που θα αποτελέσουν και ιδιομορφία της όπως ήταν η αλληγορία της Θείας Μεταλήψεως και της Ιεράς Εξομολογήσεως που θα χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα από τους Κερκυραίους καλλιτέχνες και θα τις δούμε να επαναλαμβάνονται σε πολλές εικόνες.

 

 

 

 

Προσωπικότητες του πνεύματος και των τεχνών (19ος , 20ος αι.)

 

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1778-1831), η μεγαλύτερη προσωπικότητα της Κέρκυρας του 19ου αιώνα. Σπούδασε Ιατρική στην Πάδοβα, αλλά τον προσήλκυσε η διπλωματία και έφθασε στο αξίωμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Τσαρικής Ρωσίας.  Ήταν ο εμνευστής του σύγχρονου πολιτεύματος της Ελβετίας (Καντόνια).  Ο Καποδίστριας ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους, που έθεσε τα θεμέλια μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών  αλλαγών για τις επόμενες γενιές.

 

Ο Παύλος Προσαλέντης (1784-1837), γλύπτης και ζωγράφος, σπούδασε στη σχολή του μεγάλου Αντόνιο Κανόβα. Σε ηλικία 25 ετών, έγινε καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία Επιστημών, που ιδρύθηκε από τους Γάλλους.

Αργότερα ίδρυσε δική του σχολή ζωγραφικής και γλυπτικής (1813).  Τα γλυπτά του, Έρως Λέανδρος και Αφροδίτη, βρίσκονται στο Λονδίνο. Τα ζωγραφικά του έργα των Αγ. Δημητρίου και Αγ. Γεωργίου βρίσκονται στο Μοναστήρι της Πλατυτέρας στην πόλη της Κέρκυρας. Το γνωστότερο γλυπτό του έργο είναι η προτομή του Λόρδου Άνταμ, Υψίστου Αρμοστή των Ιονίων Νήσων επί Αγγλοκρατίας, μπροστά στα Ανάκτορα των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου, του σημερινού Μουσείου Ααιατικής Τέχνης.

 

Ο υιός του, Σπύρος Προσαλέντης (1830-1876), επίσης ζωγράφος γνωστότερος για τις εικόνες του, δείγματα των οποίων κοσμούν το τέμπλο του Αγ. Σπυρίδωνα, στην πόλη.

 

Ο Ανδρέας Μουστοξύδης (1775-1860), με νομικές σπουδές στην Πάδοβα, που συνέγραψε την ιστορία της Κέρκυρας στα δέκα εννέα του χρόνια και υπήρξε έκτοτε η κλασσική ιστορική πηγή για πολλές γενιές. Ήταν μέλος του Αυτοκρατορικού Ινστιτούτου της Γαλλίας και των Αυτοκρατορικών Ακαδημιών Βερολίνου και Μονάχου.

 

Ο εθνικός συνθέτης, Νικόλαος Χαλικιόπουλος – Μάντζαρος (1795 – 1872), που συνέθεσε πάνω στο ποίημα του φίλου του ποιητή Διονυσίου Σολωμού, τον “Ύμνο στην Ελευθερία”, τον Εθνικό Ύμνο. Ο Μάντζαρος σπούδασε στην περίφημη Μουσική Σχολή του Αγίου Σεβαστιανού της Νάπολης, ενώ σε μια πιο ώριμη ηλικία δίδαξε στην Φιλαρμονική Εταιρεία της Κέρκυρας. Ήταν πολυγραφότατος συνθέτης, με πλούσιο έργο (24 συμφωνίες, 5 λειτουργίες, κομμάτια για πιάνο, εμβατήρια, βάλς, τραγούδια κ.λ.π.).

 

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), ήταν η αδιαμφισβήτητη προσωπικότητα των Ελληνικών Γραμμάτων του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Παρ΄ ότι Ζακυνθινός, έζησε τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του στην Κέρκυρα. Μαζί με τον Μάντζαρο επηρέασε μια ολόκληρη γενιά ποιητών, συνθετών και μεταφραστών, που συνέχισαν το έργο του. Στο Μουσείο που φέρει το όνομά του στην πόλη, επί της οδού Αρσενίου, μπορεί κανείς να θαυμάσει αντικείμενα και αρχιακό υλικό του ποιητή.

 

Ο αρχιτέκτονας Ιωάννης Χρόνης (1800-1879), ένας από τους πρώτους αρχιτέκτονες του Νεοελληνικού Κράτους (1830). Σπούδασε στην Κέρκυρα, την Βενετία και την περίφημη Ακαδημία του Σαν Λούκα της Ρώμης. Άφησε σημαντικό αρχιτεκτονικό έργο στην Κέρκυρα, με δημόσια κτίρια, αρχοντικά, εξοχικές επαύλεις, που σήμερα έχουν χαρακτηρισθεί ως ιστορικά μνημεία και έργα τέχνης.

 

 

 

Ο πολιτικός Ιάκωβος Πολυλάς (1826-1898), γνώστης πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών και της αρχαίας ελληνικής, που διέτρεψε ως διευθυντής της Δημόσιας Βιβλιοθήκης. Μετέφρασε την “Καταιγίδα” του Σαίξπηρ και εξέδωσε τα ποιήματα του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού.

 

Ο Γεώργιος Θεοτόκης (1844-1916), που σπούδασε Νομικά στην Ιόνιο Ακαδημία και το Παρίσι. Διέπρεψε στην πολιτική, σαν Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Παιδείας, Εσωτερικών και τέλος ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

 

Ο ποιητής Γεώργιος Καλοσγούρος (1853-1902), γνώστης πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών και των Λατινικών. Μετέφρασε έργα των Αισχύλου, Θεόφραστου, Σίλλερ, Τορκουάτο Τάσσο, Σαίξπηρ, Ούγκο Φόσκολο και τα ιταλικά ποιήματα του Σολωμού. Σημαντικότερη μετάφρασή του, ήταν αυτή της “Κόλασης” του Δάντη στην δημοτική.

 

Ο Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939), που θεωρείται ο αξιολογότερος της Ιονίου Σχολής. Η έκθεσή του στο Παρίσι του 1906, προκάλεσε διθυραμβικές κριτικές και σήμερα οι υδατογραφίες του βρίσκονται σε πολύ ψηλές τιμές, σε πλειστηριασμούς Τέχνης στο Λονδίνο και την Αθήνα.

 

Ο χαράκτης Νίκος Βεντούρας (1899-1990), ζωγράφος και τυπογράφος, με έργο εμπευσμένο από την ύπαιθρο και την ιστορία της Κέρκυρας, που έζησε για μεγάλο διάστημα στο Λονδίνο.

 

Ο ποιητής των “σονέτων” Λορέντζος Μαβίλης (1860 - 1912), με κλασσικές σπουδές, γνώσεις φιλοσοφίας, γλωσολογίας, Γερμανικών και Σανσκριτικών. Μετέφρασε την Οδύσσεια και την Ιλιάδα του Ομήρου, καθώς και την Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, στο μεταφραστικό του έργο συμπεριλαμβάνονται ποιήματα του Μπάυρον, Σέλλεϋ και Τένυσον.

 

Ο συνθέτης Σπύρος Σαμαράς (1861-1917), συγκαταλέγεται στη σχολή σύνθεσης των “vcristi”, μαζί με τους Λέονκαβάλλο και Πουτσίνι. Συνέθεσε πολλές όπερες, αλλά έγινε παγκόσμια γνωστός από την εισαγωγή της όπερας “Ρέα”, που υπάγεται έκτοτε στις εορταστικές εκδηλώσεις της έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, σε στίχους του ποιητή Κωστή Παλαμά.

 

Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1827-1923), από τις σημαντικότερες μορφές των Επτανησιακών Γραμμάτων. Ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη και σπούδασε στο Παρίσι και στο Βερολίνο.  Ήταν εξαίρεστος γνώστης των ευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά και της Λατινικής, της Ρωσσικής, Εβραϊκής και Σανσκριτικής λογοτεχνίας. Μετέφρασε Σαίξπιρ, Φλώμπερ, Ράσσελ, Χαϊνε και Σίλλερ.

 

Η Ειρήνη Δενδρινού (1879-1971), εξέχουσα μορφή της λογοτεχνικής Κέρκυρας του 20ου αιώνα, εκδότρια της Κερκυραϊκής Ανθολογίας, αγωνίστρια της γυναικείας χειραφέτησης, με εξ΄ίσου σημαντικό κοινωνικό έργο.   

 

 

 

 

 

 

Ξένοι καλλιτέχνες στην Κέρκυρα 

 

Η Κέρκυρα όμως αποτέλεσε και πόλο έλξης πολλών ξένων καλλιτεχνών και συγγραφέων, που εμπεύστηκαν  από τα μνημεία της και τις φυσικές της ομορφιές.

Ο Ζόζεφ Καρτράϊτ (1789 – 1829), γενικός ταμίας της Βρετανικής Φρουράς στην Κέρκυρα, που ήταν ένας από τους σημαντικότερους εικονογράφους της ζωής και της φύσης του νησιού. 

 

Ο Έντουαρντ Ληρ (1812-1888), ένας από τους πιο ταλαντούχους και υποβλητικούς ζωγράφους τοπογραφιών της γενιάς του και ένας μεγάλος περιηγητής της Ελλάδας και της Κέρκυρας.

 

Στην δεκαετία του 1930 ο Εγγλέζος συγγραφέας Λώρενς Ντάρελ (1912  -1990) και η οικογένειά του ζούσαν σε δικό τους σπίτι στην Κέρκυρα. Τότε έγραψε και το έργο “Το Κελί του Πρόσπερου”.

Ο αδελφός του Τζέραλντ Ντάρελ, που έζησε επίσης στο νησί, έγραψε δύο βιβλία, “Η οικογένειά μου και άλλα ζώα” και “Ο κήπος των Θεών”. 

 

 

 

  vi.    Ο Πολιτισμικός χαρακτήρας της Κέρκυρας      

 

 

 

 

Οι συσσωρευμένες από την αρχαιότητα αξίες της, έδωσαν πάντα στην πόλη μια εξαιρετική αίγλη για να θεωρηθεί και να θεωρείται ακόμα ως ένα ηγεμονικό κέντρο για την ευρύτερη περιοχή. Πρωτεύουσα του Ιονίου Κράτους από τις αρχές του 19ου αιώνα, έδρα ελληνικής Νομαρχίας από το 1864, έδρα ευρύτερης διοικητικής περιφέρειας από την  δεκαετία του 1980, πόλη που φιλοξένησε την ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη κορυφής το 1994.

 

Σε αυτήν την πόλη ιδρύθηκε το πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο το 1825, στο οποίο δίδαξαν  Έλληνες και Ιταλοί καθηγητές από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Η πόλη εξακολουθεί και σήμερα να φιλοξενεί το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, έχοντας φροντίσει μάλιστα να αναστηλώσει το καταστραμμένο από τους βομβαρδισμούς του 1944, ιστορικό πρώτο κτίριο του πανεπιστημίου. Σε αυτήν εδρεύουν γραφεία της αρχαιολογικής υπηρεσίας επιφορτισμένα με την προστασία του αρχιτεκτονικού ύφους της πόλης, και εδώ στεγάζονται πολλά μουσεία συλλογής έργων τέχνης, από την προϊστορία έως σήμερα.

 

Κυρίως όμως παραμένει ένα ζωντανό και ανθεκτικό  διοικητικό κέντρο, με σημασία για την ευρύτερη περιοχή των Ιονίων Νήσων και της δυτικής Ηπείρου, αφού ως έδρα περιφέρειας ανακατανέμει σημαντικά κονδύλια και προσδιορίζει τον σχεδιασμό σημαντικών έργων. Τοποθετημένη ακριβώς απέναντι από το σημείο απόληξης της Εγνατίας και της Ιόνιας Οδού, αντιπροσωπεύει και σήμερα ότι αντιπροσώπευε πάντα στην ιστορία της. Μια πόλη στο σταυροδρόμι της Ανατολής και της Δύσης, του Βορρά και του Νότου.

 

Χώρος διακοπών εκατομμυρίων ανθρώπων είναι και χώρος συναντήσεων χιλιάδων επιστημόνων και ανθρώπων ειδικών ενδιαφερόντων που την επιλέγουν ως χώρο διοργάνωσης επιστημονικών ή άλλων συνεδρίων.

 

 

Ο συνθετικός χαρακτήρας της, η έλλειψη κάθε είδους εθνικών ή θρησκευτικών συγκρούσεων, η ανύπαρκτη εγκληματικότητα, καθιστούν την πόλη ως ένα θελτικό σημείο αναφοράς, της ευρύτερης περιοχής, αφού η γειτονική Αλβανία πάντα βοηθήθηκε από τους κερκυραϊκούς πληθυσμούς και οι κάτοικοι της σε περιόδους εξόδου, πάντα αντιμετωπίστηκαν φιλικά και ανθρώπινα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιόδους μεγάλης φυγής απ΄ αυτήν την χώρα, ουδέποτε σημειώθηκε το παραμικρό επεισόδιο βίας, αντίθετα με το ότι συνέβη με άλλες όμορες χώρες.

 

Το φαινόμενο όπως ελέχθη, έρχεται από πολύ μακριά μέσα στο χρόνο, αφού από την προϊστορία, το νησί υπήρξε χώρος εγκατάστασης πληθυσμών από την Ελλάδα, την Ιλλυρία, την Ιταλία και αλλού.

Πυριτολιθικά εργαλεία, όπως κοπτήρες και αιχμές δοράτων, λεπίδες και βελόνες αλλά και αγγεία διαφορετικών διακοσμήσεων (εγχάρακτα ή έμπιστα) από την νεολιθική εποχή, μαρτυρούν τις σχέσεις των κατοίκων της, τόσο με την Θεσσαλία της Νεολιθικής εποχής (6.000 -3.000 π.χ.), όσο και με την Ιταλία. Τα αγγεία που κατασκεύαζαν οι άνθρωποι για την αποθήκευση των τροφών ή για την παρασκευή τους, ομοιάζουν με εκείνα της Μακεδονίας ανατολικότερα, αλλά και της Δαλματίας βορειότερα, ή της Νοτίου Ιταλίας, της Σικελίας και της Μάλτας δυτικότερα. Η νήσος της Κέρκυρας και πάντως η κυριότερη εγκατάσταση πληθυσμών που ήταν ανέκαθεν η πόλη της, χρησίμευε ως βάση των σχέσεων των κατοίκων της, μονίμων ή περαστικών, με την Ιταλία και τη Σικελία. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της ρωμαϊκής πόλης, αποδεικνύουν την κεντρική της θέση σε αυτόν τον πολιτισμό, όπως τον αποδεικνύουν και οι παλαιοχριστιανικοί της ναοί.

 

Η θέση της πόλης στο Ομηρικό έπος, υποδειγματικό βασίλειο ενός φιλόξενου ηγεμόνα, αναδεικνύει τον διαμεσολαβητικό της ρόλο μεταξύ των πληθυσμών των άλλων νησιών του Ιονίου, της ηπειρωτικής χώρας και της Σικελίας και Ιταλίας. Σε ένα αρχιπέλαγος προβληματικής ναυτιλίας, αρκετής για να τροφοδοτήσει έναν από τους πιο διαχρονικούς, παγκοσμίως, μύθους περιπλάνησης, η Κέρκυρα, είναι το μόνο λιμάνι-καταφύγιο που συναντά ο εμβληματικός Οδυσσέας. Ήταν οι κάτοικοί του και Ιλλυριοί και Λιβυρνοί όπως τους αναφέρει ο Στράβωνας, Κέρκυρες όπως τους αναφέρει ο Αλκμάνας, το βέβαιο είναι ότι για τον ομηρικό κόσμο, το νησί ταυτιζόταν ήδη με μια σύνθεση συνύπαρξης.

 

Η πόλη υπήρξε πάντα πόλη-καταφύγιο, βυζαντινών όταν η πόλη τους έπεσε στους Οθωμανούς (1453), ελλήνων που διέφευγαν προς τη Δύση (1669), Αλβανών και Σλάβων που πιέζονταν  από την οθωμανική επέκταση στην Αλβανία και τη Δαλματία του 15ου-16ου αιώνα, και δεν ήταν λίγα τα μέλη της αριστοκρατίας της που προέρχονταν απ΄ αυτά τα έθνη και, όπως προαναφέρθηκε πόλη-καταφύγιο για τους διωγμένους Σουλιώτες (1800-1815) αλλά και  τους ιταλούς επαναστάτες του 19ου αιώνα. Στην προκυμαία του λιμανιού της βρήκε άλλωστε για μερικές μέρες καταφύγιο, η διωγμένη από τους Ιακωβίνους, πριγκίπισσα αίματος αδελφή του γάλλου βασιλιά του Λουδοβίκου του 16ου. Όλοι όσοι πέρασαν, άφησαν τα δικά τους ίχνη, αποτυπώνοντας έτσι τη μνήμη τους. Μια μνήμη που βρίσκει όλο τον σεβασμό που της αρμόζει, αφού ποτέ κανένα μνημείο της δεν καταστράφηκε εκούσια, ποτέ οι κάτοικοι δεν απάλειψαν τη λατρεία ή την έκφραση μιας μειονότητας.

 

Χάρη στην ιστορία της και ίσως σε μια αγαθή τύχη, όλα τα παραπάνω αποτυπώθηκαν στα κτίρια της, τα τείχη της, τα μουσεία της, τις βιβλιοθήκες και τα αρχεία της, για να διατηρούν στη μνήμη τη δυνατότητα μιας ειρηνικής συνύπαρξης, σε μια περιοχή από τις πιο δοκιμασμένες σε πολέμους και συγκρούσεις στην παγκόσμια ιστορία.

Στην Κέρκυρα δεν υπάρχουν μνήμες διώξεων παρά μόνο καταφυγίων.